Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δηλώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δηλώσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Early hours.

I’m feeling so inspired tonight. Which is a narcissistic, egomaniacal, self-centred, pseudo-intellectual bunch of crap. Not if you’re a real artist, like a big painter or musician or actor or something. If you’re someone like me, I mean. “Oh dear me, blimey, I’m so entirely encompassed by inspiration tonight, it’s utterly impossible to ignore, it’s seeping through my pores and filling the atmosphere!”.  What a moron.


Regardless. I’m inspired tonight. Trouble is, except the aforementioned, that I don’t know what the hell it is exactly I’m inspired about, or what the hell it is I’m inspired to bloody do. So I pace back and forth, unable to stop, unable to channel this energy, wasting time, feeling uneasy like I want to pee and there’s no toilet in sight. I don’t feel like talking to anyone, because I’m not in any position to put it into words, let alone attempt to explain what my problem is. I don’t feel like reading or baking or trying on 100 different outfits, or sleeping or running, because I deem all those activities unworthy of channelling my energy into. 

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

αληθώς

Τα παρακάτω είναι εμπνευσμένα από το ρακούν, που ένα βράδυ γύρισε από ένα meeting παρέα μ’ ένα σολομό που δεν προοριζόταν για δείπνο.

- ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! (το ρακούν πανικοβάλλεται)
- Τι πάθαμε; (προβληματίζομαι)
- …. (το ρακούν με συνδέει με Κάιρο)
- ΕΛΑ ΛΕΩ. Τι πάθαμε; (επιμένω)
- Δεν έχω έμπνευση πάθαμε. (εξομολογείται)
- Τι είδους έμπνευση; (θέλω διευκρινίσεις τρομάρα μου)
- Συγγραφική. Γράφω αλλά είναι μπλιάχ. (το ρακούν δεν έχει έμπνευση. Μάλιστα.)
- Ο φόβος δεν είναι αντικείμενο φιλοσοφικών συζητήσεων. Είναι συναίσθημα χειροπιαστό, απτό, το νιώθεις στη σάρκα σου, το νιώθεις να κυλά σιγά σιγά στη βάση του κρανίου σου, να καταπίνει όλη σου τη λογική και αυτοκυριαρχία, μέχρι που σε κυριεύει απόλυτα, μέχρι που κάνει τα δάχτυλά σου να τρέμουν και μέχρι να πιστέψεις ότι τίποτα, μα τίποτα απολύτως δεν είναι βέβαιο σ' αυτή τη ζωή, δεν υπάρχει τίποτα
να πιαστείς, από πουθενά να κρατηθείς, και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον αφήσεις να σε κυριεύσει και να μη σταματήσεις ν' αναπνέεις.
- …
- Ορίστε.
- Ψωνάκι. (Ταύρος με τα όλα της η φιλενάδα μου, είπαμε)

Η ειλικρίνεια δεν παίζει με τίποτα. Δε μπορεί να είσαι ειλικρινής. Δε γίνεται. Εγώ το προσπαθώ δηλαδή, αλλά δε γίνεται. Μάλλον προσπαθούσα. Από ένα σημείο και μετά το εγκατέλειψα.

Κάποτε, στη σχολή, αντέγραψα σ’ ένα διαγώνισμα. Το ίδιο και η διπλανή μου. Ο επιτηρητής την έπιασε και της μηδένισε την κόλλα. Εμένα δε μ’ έπιασε και δε το ‘πα ποτέ. Κανείς δε νοιάστηκε, και πέρασα και το μάθημα. Ωστόσο το σκεφτόμουν μετά για μέρες, ότι δεν είναι σωστό, ότι υπήρχαν κι άλλοι που είχαν διαβάσει και δεν ήταν δίκαιο και τέτοιες αηδίες. Αυτό δεν ήταν ακριβώς ψέμα βέβαια, ούτε όμως ήμουν και ειλικρινής.

Και σκέφτομαι αν είμαι μόνο εγώ ή άμα έτσι είναι όλοι. Άμα όλοι προσπαθούν να καταχωνιάσουν κάπου το μικρό δαίμονα που είναι στ’ αλήθεια και να δείχνουν προς τα έξω κάτι άλλο. Και είναι όντως δαίμονας αυτό που έχω μέσα μου, που άμα τον έβγαζα έξω θα τρέχανε όλοι πανικόβλητοι; Υπάρχουν άλλοι ας πούμε που κρύβουν μέσα τους αγγελάκια και ουράνια τόξα και αρκούδια;




Και δεν είναι κάτι παροδικό. Πολλές φορές, κάθε μέρα, έχω την ευκαιρία να είμαι ειλικρινής και δεν είμαι. Σφίγγω τις παλάμες μου κάτω από το τραπέζι μέχρι να ματώσουν. Στην αρχή νόμισα πως το κάνω για τους άλλους. Αλλά όχι. Για το τομάρι μου το κάνω.

Κάποτε έκανα κοπάνα από την άλγεβρα και πήγα κάτω από το πεύκο και έτρωγα πατατάκια με σοκολάτα με τη Μαρίνα. Κάποτε κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και σκέφτηκα ότι πρέπει να κάνω δίαιτα / μακρύνω τα μαλλιά μου / ισιώσω τα μαλλιά μου / σταματήσω επιτέλους να φοράω αυτό το τζιν. Κάποτε κλείστηκα στο δωμάτιό μου με ραγισμένη καρδιά και μάτια τούμπανα απ’ το κλάμα και σκέφτηκα ότι θέλω να πεθάνω. Κάποτε είπα λόγια που πλήγωσαν κάποιον που αγαπάω. Κάποτε έκλεισα μια πόρτα / το τηλέφωνο και άρχισα να χοροπηδάω και να τσιρίζω και να τρελλαίνομαι επειδή κάποιος μου είπε ότι μ’ αγαπάει / πήρα το ρόλο / πήρα το σόλο στην επόμενη παράσταση / πήρα αύξηση. Κάποτε ξόδεψα απερίσκεπτα όλο μου το μηνιάτικο σε σατέν δεκάποντες μώβ γόβες / ταξίδι στο Βερολίνο. Κάποτε την είδα πολύ εναλλακτικά και έκανα τρύπα στη μύτη / αγόρασα κίτρινα Dr Martens’ / έβαψα τα μαλλιά μου μαυροβυσσινομώβ. Κάποτε κάποιος έβαλε τα κλάμματα κι εγώ έβαλα τα γέλια. Κάποτε πλήρωσα υπέρβαρο γιατί θέλησα οπωσδήποτε να πάρω μαζί μου δέκα ζευγάρια γόβες. Κάποτε έκανα μια φοβερή βλακεία στη δουλειά αλλά δεν είπα τίποτα στο διευθυντή γιατί κώλωσα. Κάποτε πεθύμησα τη μυρωδιά της μαμάς μου. Κάποτε τσακώθηκα με το γκόμενό μου και του έκανα το σπίτι λαμπόγυαλο ενώ εκείνος δεν έκανε τίποτα για να με σταματήσει. Κάποτε έπεσα πάνω σε μια κολόνα στη μέση του δρόμου γιατί χάζευα τον τύπο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κάποτε έφαγα μια φρίκη κι άκουγα καψουροτράγουδα όλη μέρα. Κάποτε κάποιος άνοιξε την πόρτα και με βρήκε να χοροπηδάω με ακουστικά και με τα εσώρουχα. Κάποτε είπα ψέματα σε κάποιον ότι τον αγαπάω. Κάποτε είπα ψέματα σε κάποιον ότι δεν τον αγαπάω. Κάποτε με έπιασε μια φοβερή λιγούρα κι έκλεψα ένα λουκουμά από τη συγκάτοικο. Κάποτε προφασίστηκα κάτι επείγον για να φύγω από το καφέ / μπαρ / σπίτι, επειδή βαρέθηκα αισχρά την κουβέντα. Κάποτε έκανα κάτι μόνο και μόνο για να πληγώσω κάποιον που με πλήγωσε. Κάποτε πήρα κάποιον τηλέφωνο με παιδιάστικο ενθουσιασμό να του πω ότι δε μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν κι έφαγα τέτοιο γείωμα που ρώτησα απλώς Τι κάνεις; Πώς περνάς; κι έκλεισα το τηλέφωνο βιαστικά και προσπάθησα να θυμηθώ πώς αναπνέουν.
Όπως όλοι; Ή μόνο εγώ;

Ή μόνο εγώ δε το είπα ποτέ;

Κι έρχεται η ώρα που σκας και τα ξερνάς όλα μονομιάς; Να ξέρω άμα είναι να αρχίσω τα τηλέφωνα.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009

Johnny

Μετά από απαίτηση του λαού, η Helena εξοστρακίστηκε από το desktop μου. Damn!

Το σλόγκαν των Gogol Bordello 'Start Wearing Purple' πήρε τη θέση της για 30 περίπου δευτερόλεπτα.

Τρεις ψιλοφριχτές κακιασμένες Halloween κολοκύθες πήραν τη θέση του για περίπου 20 λεπτά.

Και μετά ήρθε ο Jack Sparrow. Μπίχλας, με ράστα, μπιχλιμπίδια στη ράστα, δίκοχο πειρατικό, μούσι πλεγμένο κοτσιδάκια, μάτια βαμμένα μαύρα και ένα φανταστικό, ξεκαρδιστικό απορημένο-καχύποπτο βλέμμα. Το ίδιο δηλαδή μ’ αυτό που περιφέρω κι εγώ στη φάτσα μου όλη μέρα. Μόνο που εγώ δεν είμαι Johnny.

Αγαπάμε Johnny. Σαφώς!

Davy Jones: Do you feel dead?
Jack Sparrow: You have no idea.

Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009

Όταν το μπαμπού συναντά το management

Βρέχει. Έχω ένα σωρό δουλειές. Και τα δύο αφεντικά λείπουν στην Ελβετία, οπότε έχω λίγο περισσότερη δουλειά απ’ ότι συνήθως.
Θα έπρεπε να χαίρομαι. (και τώρα που το διαβάζω και το ξανασκέφτομαι: γιατί θα έπρεπε να χαίρομαι; Γιατί να μην έπρεπε να χαλιέμαι, ας πούμε;)

Κατά ένα μεγάλο μέρος, η δουλειά μου είναι να μιλάω όλη μέρα στο τηλέφωνο ή με mail με διάφορους απίστευτους τύπους που πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν τη δουλειά μου καλύτερα από μένα.

Όλο αυτό το θέμα με το μάνατζμεντ (το Word δεν υπογραμμίζει το «μάνατζμεντ». Υπογραμμίζει το καμμία και το τρελλός, αλλά όχι το μάνατζμεντ) έχει αρχίσει να εμποτίζει την όλη μου ύπαρξη, διότι βιώνω συμπτώματα του στυλ: εκεί που έχω ξυπνήσει, ψιλοπιεί καφέ, ψιλοντυθεί, ψιλοετοιμαστεί και πιάνω στα χέρια μου το eyeliner, ας πούμε, αρχίζει και εμφανίζεται σιγά σιγά στο κεφάλι μου μια λίστα με ό,τι έχω να κάνω σήμερα. Μέχρι να ξεμπερδέψω και με τα δύο μάτια η λίστα περιλαμβάνει ονόματα, αρίθμηση και ώρα (τοπική και προορισμού) αναφορικά με το κάθε task. Ανησυχώ γιατρέ μου. Πού και πού κάνω και αηδίες του στυλ στέλνω κατεπείγον mail με διορθώσεις στο γραφείο στο Πεκίνο, όπου φυσικά είναι μαύρα μεσάνυχτα. Δε με έχουν βρίσει ακόμα. Ευτυχώς.

Τώρα έχει ήλιο. Αλλά είμαι πλέον παλαίουρας και δε μασάω, ξέρω ότι σε κανά πεντάλεπτο θα ρίξει πάλι κατακλυσμό.

Πρέπει να πω ότι με όλο το θέμα με το σπίτι έχω εκτροχιαστεί και πρέπει κάποιος να με ανακαλέσει στην τάξη.

Έχω ένα κατάλογο με περίπου ένα απειρικομμύριο σελίδες – σαν ΙΚΕΑ, αλλά όχι ΙΚΕΑ.
Κάθε βράδυ τον ανοίγω, τον ξεφυλλίζω, σημειώνω τι θέλω να αγοράσω και μετά τα σβήνω και γράφω τι μπορώ να αγοράσω, κάνω τη σούμα και με πιάνει ίλιγγος. Μάλλον θα πρέπει να τη βγάλω με στρώμα αέρα και noodles in a bowl για τον επόμενο μήνα. Αλλά το πλεκτό παραβάν με τα ανάγλυφα αστέρια θα το πάρω ο κόσμος να χαλάσει (το τι θα το κάνω και το εάν πραγματικά το χρειάζομαι είναι άλλη υπόθεση).

Λοιπόν ε.
Τα έχω πάρει.
Ξεκινάω να γράφω ένα γαμωκείμενο.
Το αφήνω φυσικά στη μέση είτε γιατί στερεύω είτε γιατί πρέπει να ασχοληθώ με κάτι επείγον – και συνήθως όλα είναι επείγοντα.
Και μετά που θέλω να συνεχίσω, δε μπορώ, διότι έχει μεσολαβήσει κάποιο ελεεινό γεγονός το οποίο εκ των πραγμάτων με εμποδίζει.

Επί του παρόντος, ας πούμε, από χτες μέχρι σήμερα έμαθα ότι τελικά δεν πήραμε το σπίτι.
Και γιατί αγαπητοί τηλεθεατές δεν πήραμε το σπίτι;
Διότι η σπιτονοικοκυρά λέει δε θέλει sharers, θέλει ζευγάρι ή ένα άτομο μόνο του.
Δηλαδή σοβαρά μιλάμε; Δε θέλει παιδιά, δε θέλει ζώα, δε θέλει καπνιστές, δε θέλει sharers…τι σκατά θέλει;

Αλλά βέβαια, έπρεπε να το είχα καταλάβει για τι ψαροκασέλα μιλάμε όταν πήγαμε να δούμε το σπίτι. Δηλαδή τι είδους άτομο θα είχε για κεφαλάρι ένα τέτοιο τεράστιο ροκοκοανεγαννησιακομπαροκΛουιΣκατορζ πράμα από μπαμπού; Από μπαμπού for fuck’s sake! Να το βλέπεις δηλαδή όταν ξυπνάς και να ανοίγει η καρδιά σου ρε παιδί μου.

Κοπελιά. Να σου σπικάρω δύο φωνήεντα. Το μπαμπού απαντάται κατά κανόνα στην Ασία. Το ‘χουμε; Και χρησιμοποιείται σε σκαλωσιές και πατώματα ή και σχολεία στην Ινδονησία. Αλλά εσύ το θες ντε και καλά για διακόσμηση. Λοιπόν. Η διακοσμητική φιλοσοφία της Ασίας ουδεμία σχέση έχει με το γνωστό σε όλους μας ροκοκοανεγαννησιακομπαροκΛουιΣκατορζ στυλ, το οποίο είναι αμιγώς Ευρωπαϊκή επινόηση. Το ‘χουμε; Αν λοιπόν ντε και καλά θες να χρησιμοποιήσεις μπαμπού γιατί την έχεις δει πολύ ζεν ξαφνικά, το στυλ του θα είναι είτε μίνιμαλ αλά Ιαπωνία, είτε τσαντήρι-χριστουγεννιάτικο-δέντρο-τσίρκο-μπλιαχ αλά Κίνα, είτε θα μετακομίσεις στην Ταϋλάνδη και θα πάρεις ένα Πάντα να το ταΐζεις (όχι εμένα – ένα κανονικό Πάντα), είτε το πολύ-πολύ να το ακονίσεις για να το χώνεις κάτω από τα νύχια του κόσμου όπως κάνανε οι Βιετκόνγκ. Το ‘χουμε;

Και στην τελική μη το νοικιάζεις το γαμώσπιτο. Τον άξονα της γης μου μέσα.

Αλλά έτσι και την πιάσω στα χέρια μου τη μπρατσέρα θα γίνει ένα ωραιότατο δαμασκηνί. Και δεν είμαι και βίαιος άνθρωπος εγώ.

Για να σοβαρευτούμε σιγά σιγά.

Αι σιχτιρ πρωινιάτικα.

Τετάρτη 11 Νοεμβρίου 2009

Δε θέλω να κάνω τίποτα ρε παιδί μου, πώς το λένε;
Δεν έχω όρεξη, μεγάλε. Τέλος.

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2009

Lock me!

Σήμερα βαριέμαι ανελέητα. Στα εισερχόμενά μου επικρατεί αισχρός συνωστισμός. Οι πληρωμές ξεκουράζονται χαλαρά πάνω στο γραφείο μου – δε τις έχω αγγίξει. Ο φάκελος με τη δουλειά που πρέπει να ελέγξω και να παραδώσω στοιχειώνει το desktop μου εδώ και μέρες. Η Helena Bonham-Carter ως Queen of hearts στο καινούριο Alice’s Adventures in Wonderland με κοιτάει βλοσυρά και surround (και από τις 2 οθόνες μου δηλαδή). Προφανώς όλοι εδώ μέσα θεωρούν ότι είναι εξαιρετικά τρομακτική και είναι πολύ παράξενο που την έχω wallpaper. Αδαείς. Η τύπισσα είναι ένας από τους πιο γαμάτους χαρακτήρες στην ιστορία της βιβλιογραφίας. Ναι, ναι, μετά την Marquise de Merteuil, φυσικά.

Σε κάθε περίπτωση, έρχεται μια στιγμή που απλώς αποφασίζεις ότι δε θα κάνεις τίποτα παραγωγικό για το υπόλοιπο της ημέρας.

Έτσι κι εγώ αποφάσισα να μην κάνω τίποτα σήμερα. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι θα πνιγώ στη δουλειά αύριο. Αλλά αυτό ας μη το σκεφτούμε σήμερα. Σήμερα, που έχει 8 βαθμούς και ήλιο. Πράγμα που είναι σχετικά εξαιρετικό, αν σκεφτείς ότι την τελευταία βδομάδα κολλητάρι μου ήταν η τεράστια μπλε 789780623 τετραγωνικά (πώς λέμε τετραγωνικά για κάτι που είναι κυκλικό;) ομπρέλα μου.

Έχουμε τρεις καινούριους στο γραφείο. Οι δύο από τους τρεις καινούριους προσπαθούν να με ψήσουν να μετακομίσουμε σ’ ένα διαμέρισμα και οι τρεις μαζί. Αλλά εγώ βασικά περνάω περίοδο καραμπινάτου μισανθρωπισμού. Γυρνάω σπίτι και παίζω με τις γάτες και μαγειρεύω μανιωδώς με τις ώρες και διαβάζω και χαζεύω στο νετ και ανταλάσσω συγκεκριμένες κουβέντες με τη σπιτονοικοκυρά μου, η οποία έχει πάρει πρέφα ότι μπορεί κάποια στιγμή να σαλτάρω και να δέσω στην καμινάδα εκατό χιλιάδες μπαλόνια όπως ο παππούλης στο Up και να την κάνω, και με αφήνει στην ησυχία μου. Αλλά αυτοί οι δύο μιλάνε και μοιράζονται πράγματα και κάνουν πράγματα μαζί και είναι συμπαθέστατοι και χαμογελαστοί και αναπνέουν και με εκνευρίζουν σφόδρα. Προς το παρόν τους dodgάρω. Επειδή όμως ενδέχεται να ξυπνήσω αύριο το πρωί και να τους λατρέψω και να μετακομίσουμε όλοι μαζί ευτυχισμένη οικογένεια και να τους μαγειρεύω λαχανοντολμάδες, βρίσκομαι γενικώς σε σύγχυση.

Τα πρωινά πάω με τα πόδια στη δουλειά και περνάω την πεζογέφυρα πάνω από τον αυτοκινητόδρομο. Είναι φοβερό να περνάνε σφαίρα τα αυτοκίνητα προς αμφότερες τις κατευθύνσεις κι εσύ να είσαι από πάνω. Απλώς λέω.

Το σαββατοκύριακο είχα πάει Λονδίνο στον Ανδρέα. Όπως συνήθως. Το Λονδίνο το αγαπώ, όπως ενδεχομένως έχω ήδη πει. Το αγαπώ πρώτον γιατί είναι ένα φοβερό patchwork από ανθρώπους και μέρη και γενικώς έχει μια εκπληκτική ανομοιογένεια με την πολύ καλή έννοια, την οποία δεν έχω βρει σε καμμία άλλη πόλη. Κυκλοφορούν φρικιά και μεταλλάδες με μοϊκάνες και γιάπηδες και χίπηδες και οικολόγοι πράσινοι και νεράιδες και μελλοντικές νύφες με λαγουδένια αυτιά και τουρίστες και ξέκωλα και γκέι και παππούδες και πιτσιρικαρία και ασιάτες και όλοι γενικώς. Επίσης έχει φούξια λιμουζίνες και μαύρες λιμουζίνες με φλόγες στο καπώ.

Επιπλέον το αγαπώ γιατί μπορείς να βρεις ο,τι σου κατέβει στο κεφάλι οποιαδήποτε ώρα σου έρθει. Και έχει και διώροφα λεωφορεία. Πραγματικά. Εννοώ, τα βλέπεις στις ταινίες και στις καρτ-ποστάλ, αλλά δεν πιστεύεις ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα. Εγώ δηλαδή. Δεν πίστευα ότι υπάρχουν στην πραγματικότητα. Επιπροσθέτως, το Λονδίνο έχει το Camden, που είναι από τις πιο γαμάτες γειτονιές του κόσμου και τα Ben’s Cookies στο Covent Garden, που απλώς θες να κάνεις παιδιά με όποιον τελοσπάντων τα φτιάχνει.

Αλλά το πιο εξαιρετικό πράγμα στο Λονδίνο είναι οι κλειδαριές. Κάθε είδους. Στις κανονικές πόρτες και στις μπαλκονόπορτες, στα παράθυρα, στους φεγγίτες, στις τουαλέτες των μαγαζιών. Είναι όλες διαφορετικές και, εκτός του ότι μπορεί να χρειαστείς πολλή ώρα μέχρι να βρεις το κόλπο, είναι εκπληκτικό το ότι κάποιος κάποτε έκατσε και σκέφτηκε και αποφάσισε ότι αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος να κλειδώσει κανείς μια πόρτα. Και αυτός ο κάποιος δεν ήταν ένας. Ήταν πολλοί. Γιατί, όπως είπα, όλες οι κλειδαριές είναι διαφορετικές. Μια ζωή εκνευρίζομαι με τις κλειδαριές, όπως και με όλα τα πράγματα που είναι φασιστικά φτιαγμένα για δεξιόχειρες – ψαλίδια, κουμπιά, φερμουάρ, ποντίκια υπολογιστών, λεβιέδες ταχυτήτων, σιδερώστρες – αλλά στο Λονδίνο είναι ξεκαρδιστικό. Πρέπει να βρούμε κάποιον να γράψει βιβλίο γι’ αυτό.

Πέμπτη 13 Αυγούστου 2009

Η απάντηση στην ερώτηση

Να πω κάτι εξαρχής. Δε λέω ποτέ αυτό που σκέφτομαι. Ποτέ. Το επιχείρησα κάποιες φορές στο παρελθόν και δε μπορώ να πω ότι μου βγήκε σε καλό. Προφανώς ό,τι σκέφτομαι είναι υπερβολικά σκληρό και ακατέργαστο ή υπερβολικά ροζ και ρομαντικό για να ειπωθεί και άρα κανείς δεν είναι διατεθειμένος να κάτσει να ακούσει. Επομένως τι κάνω; Δημιουργώ αμυντικό μηχανισμό. Ο μηχανισμός αυτός λειτουργεί ως εξής: σκέφτομαι κάτι, ακολουθώ το νήμα της σκέψης μου, περνάω από μία, δύο, πενήντα φάσεις και επιλογές και ενδεχόμενα, και εν τέλει καταλήγω σε μία φράση – ή μια απόφαση, ας πούμε. Η φράση αυτή είναι που ξεστομίζω τελικά και, πλέον, ο μηχανισμός έχει τελειοποιηθεί σε τέτοιο βαθμό, που ο συνομιλητής θα καταλάβει κάτι σχετικά μετριοπαθές και ανώδυνο και, σε κάθε περίπτωση, ένα θλιβερό ανδρείκελο εκείνου που έχω στο μυαλό μου. Σε ελάχιστες μόνο περιπτώσεις άνθρωποι που με ξέρουν καλά ή που ξέρουν ακριβώς το contexte στο οποίο αναφέρομαι αντιλαμβάνονται τι σκέφτομαι. Κι αυτοί οι άνθρωποι είναι ελάχιστοι.

Με σένα δεν πρόκειται να βγάλω άκρη όμως, γιατί δίνεις υπερβολική σημασία και σε ό,τι λέω, και στη διεργασία που έχει προηγηθεί αυτού που λέω. Οπότε λέω να σου πω τι σκέφτομαι, και μετά κάνε ό,τι καταλαβαίνεις.

Μπορώ άνετα να σου πω ότι θα γίνω η καλύτερη που έχεις δει ποτέ. Δεν είναι ψωνισμένη δήλωση, είναι απλώς ότι έχω αρκετή εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, ώστε ξέρω ότι μπορώ να γίνω η καλύτερη. Μπορώ να σου πω ότι αυτό που μου ζητάς να αλλάξω είναι σχετικά πανεύκολο. Μπορώ να σου πω ότι κατά το παρελθόν έχω αλλάξει διάφορα στοιχεία του χαρακτήρα μου για πολύ πιο ασήμαντους λόγους από αυτόν. Αλλά δε θα σου πω τίποτα τέτοιο. Θα καλύψω τη σκέψη μου και τα νώτα μου λέγοντας απλώς ότι θα προσπαθήσω.

Κι επίσης. Δεν έχω υποχρεώσεις, είναι γεγονός. Έχω όμως ανοιχτά μέτωπα που πρέπει να κλείσω. Θα ήθελα πάρα πολύ να σου πω ότι η οικογένεια και η πατρίδα είναι τα σημαντικότερα πράγματα στον κόσμο για μένα. Αλλά δε το πιστεύω και δε θα στο πω.

Κι ακόμα. Το ζητούμενο είναι η ελευθερία. Το ζητούμενο είναι να χτίσω μια ζωή με προτεραιότητες δικές μου και όχι προτεραιότητες που έθεσαν άλλοι.

Δεν ξέρω τι θέλω να κάνω στη ζωή μου. Το λέω έτσι ωμά και ίσως να ακούγεται λίγο ανεύθυνο, αλλά είναι αλήθεια. Δεν ξέρω. Δε μπορώ να υποσχεθώ ότι θα μείνω εδώ για πάντα. Μπορώ να υποσχεθώ ότι για όσο καιρό μείνω εδώ, θα είμαι εδώ ψυχή τε και σώματι.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2009

- Μ’ αγαπάς;
- Πολύ.
- Γιατί;
- Γιατί δεν ξέρω πώς να μη σ’ αγαπάω.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2009

Ladies' night

Στο σημερινό μάθημα θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τα φοβερά, τρισμέγιστα άτομα που με ανέχονται εδώ στην ξενιτιά.

Η μάμα Ντάλτον είναι κολλημένη με την Ιρλανδία και κοντεύει να φτάσει στη Βαρκελώνη με το ποδήλατο και φτιάχνει τις ωραιότερες χωριάτικες πατάτες του κόσμου. Είναι ο άνθρωπος που θα κάνει τα πάντα την τελευταία στιγμή και παρ’ όλ’ αυτά ό,τι κάνει είναι συνήθως εξαιρετικό. Την αγαπάμε γιατί ξέρει πότε να σε υποστηρίξει και ξέρει πότε να στο πει όταν έχεις κάνει μαλακία. Δεν είναι θύμα ρε παιδί μου, είναι ο εαυτός της κι είναι και γαμώ τα παιδιά. Δέκα λεπτά με τη μάμα και δε θα σου μείνει άντερο. Λέει συνέχεια «Καλά παιδιά, τον παίζουμε» και ξέρει απίστευτα γαλλικά και τη μισούμε γι’ αυτό.

Η μικρή Ζέλα από το Γαζέλα είναι φοβερό party animal και πάντα βγάζει το κρεμμύδι από τους ντοματοκεφτέδες μου και λέει συνέχεια «Πω ρε coňo!!!» και είναι ο άνθρωπος που θα σε ξυπνήσει στις 3 η ώρα το πρωί γιατί έχει κέφια και θα στήσει επιτόπου αυτοσχέδιο πιτζάμα πάρτυ και θα πάμε στα καπάκια για μάθημα με τα μάτια τούμπανα και με ένα ελαφρύ hangover. Την αγαπάμε γιατί πάντα θα είναι μέσα σε ότι κανονίζουμε και, επίσης, πάντα θα κάτσει ν’ ακούσει ότι έχεις να πεις και θα προσπαθήσει να βοηθήσει. Πανικοβάλλεται με απίστευτα πράγματα ήσσονος σημασίας και οι εκδηλώσεις του πανικού αυτού θα έπρεπε να έχουν κινηματογραφηθεί. Έχει τα πιο τέλεια πόδια του κόσμου και τη μισούμε γι’ αυτό.

Η μικρή πριγκίπισσα θα σου βάλει τις φωνές άμα μπεις σπίτι με τα παπούτσια, αλλά θα σου φτιάξει και το μαλλί άμα είναι αχτένιστο. Είναι τρομερά φιλόξενη και μπορεί να κατοικοεδρεύεις σπίτι της 3 μέρες συνεχόμενες και να έχεις φάει όλα της τα μπισκότα και δε θα παραπονεθεί ποτέ, αρκεί να χρησιμοποιείς πάντα σουβέρ, λέει συνέχεια «Χαχαχα, τον ήπιαμε!» και θα σε πάρει τηλέφωνο ακριβώς πριν σηκώσεις το ακουστικό να την πάρεις εσύ για να πάτε να δείτε ακριβώς την ταινία που θες να δεις κι εσύ. Την αγαπάμε γιατί έχει απίστευτο γούστο και γιατί είναι η φοβερότερη παρέα του κόσμου για ταξίδια. Επίσης δε τη νοιάζει να μοιράζεται όλα της τα λεξικά και τις σημειώσεις. Είναι η μόνη που έχει μπανιέρα στο σπίτι της και τη μισούμε γι’ αυτό.

Η Her Majesty είναι ναζιάρα όσο δεν παίρνει, αλλά ένα βλέμμα της αρκεί για να μείνεις παγωτό και να λουφάξεις στη γωνιά σου αναρωτώμενη πού πήγε το λεωφορείο που μόλις σε πάτησε. Αλλάζει θέση στα έπιπλα κάθε βδομάδα και κερδίζει στο Scrabble ακόμα και τη μάμα Ντάλτον και λέει συνέχεια «C’est comme ça, tu vois?». Θα σου φτιάξει καφέ και ψιψιψόνια να μασουλήσεις και είναι ο άνθρωπος που μπορείς να συνυπάρξεις άνετα, είτε κουβεντιάζοντας με τις ώρες, είτε στην απόλυτη σιωπή. Μπορεί να έχεις βδομάδες να τη δεις, αλλά θα εμφανιστεί από το πουθενά και θα σε πάει στο πιο ωραίο μαγαζί της πόλης (αφού χαθεί 5 φορές στην πορεία). Την αγαπάμε γιατί άμα της δώσεις ένα μοχλό θα κινήσει τη γη ολόκληρη. Είναι εκπληκτικό. Μένει σε μια σοφίτα στον έκτο σ’ ένα κτίριο που δεν έχει ασανσέρ και τη μισούμε γι’ αυτό.

Ο άνθρωπος λοιπόν που ανέχονται αδιαμαρτύρητα, η pizza pano! (εγώ), θα μαγειρέψει λαχανοντολμάδες και θα καλέσει όλες τις προαναφερθείσες για φαϊ, θα ρωτήσει αν θέλει κανείς καφέ και μετά από μία ώρα δε θα έχει ξεκινήσει ακόμα να τον φτιάχνει, είναι η μόνη που θα κόψει λάσπη όταν όλες οι άλλες βλέπουν παιδάκι και τρέχουν να το ζουλήξουν, θα φορέσει δεκάποντα οποιαδήποτε ώρα της μέρας της τη βαρέσει, θα ρωτήσει ότι παράνοια τις έρθει στο κεφάλι σχετικά με το πιο άκυρο πράγμα του κόσμου και την πιο ακατάλληλη στιγμή του κόσμου, θα σου γράψει στο msn πάντα στα ελληνικά και θα σου σπάσει τα νεύρα, είναι η μόνη που μπορεί να την πάρεις τηλέφωνο στις 4 η ώρα το απόγευμα και να κοιμάται και λέει συνέχεια «Θα τεμαχιστείς!!!» και «Να πανικοβληθώ;». Παίζει συνέχεια φιδάκι την ώρα του μαθήματος και οι καρέκλες στο σπίτι της δε φτάνουν ποτέ για να κάτσουν όλοι και άμα αρχίσει μιλάει ακατάπαυστα και τη μισούμε γι’ αυτό.

Κορίτσια, αι λόβ γιου κάργα.

Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

Κουακ-κουακ

Δεν ξέρω αν έχεις δει ποτέ πάπιες πάνω σε παγωμένη λίμνη να γλιστράνε και να τρώνε σαβούρα αεροπλανική. Είναι ένα από τα πιο αστεία πράγματα που έχω δει στη ζωή μου.

Πέμπτη 25 Σεπτεμβρίου 2008

Φτάσαμε. Και τώρα τι; part 2

Κι εδώ βιάζονται οι άνθρωποι. Όχι όπως στην Αθήνα, πάντως βιάζονται. Γιατί; Μου φαίνεται λίγο αστείο, οι αποστάσεις είναι μικρές, οι δρόμοι φαρδιοί, δεν υπάρχει μποτιλιάρισμα. Πολλοί φοιτητές, πολλά έθνη, όλοι διαφορετικοί κι όλοι κυνηγάνε το πτυχίο, το μεταπτυχιακό, το διδακτορικό…εγώ νομίζω ότι οι σπουδές μου δε θα με χαρακτηρίσουν ποτέ.

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2007

Φέρτε το κομμάτι μου πίσω

Σκέφτομαι πολύ. Για όλα. Κι αυτό είναι τελικά πολύ κακό. Τίποτα απ’ όσα κάνω δεν είναι αυθόρμητο. Δε χάνεις έτσι ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής;

Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2006

στα όπλα

Διερχώμεθα περίοδο κρίσης, στρατηγέ μου. Μάλιστα. Γενικώς, μετά τη Γαλλία έχω σαλτάρει λίγο. Τι θέλω απ’ αυτή τη ζωή; Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω; Είναι λογικό να έχω περάσει τα είκοσι και να μην έχω ιδέα;

Νιώθω συχνά σα να στροβιλίζομαι συνέχεια στο ίδιο κουβάρι και να μη μπορώ να ξεμπλέξω. Αίσχος. Άλλες φορές νιώθω σα να μη με ξέρω καθόλου. Κι άλλες σα να είμαι ένα.

Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2006

Χαλλλαρά

'Εχω δυο μήνες που γύρισα. Όλοι στο σπίτι μετρούσαν τις μέρες ανάποδα. Εγώ τις μετρούσα και τρόμαζα. Ακόμα τρομάζω. Δε μπορούσα όμως να μείνω, το ξέρω. Τίποτα δε θα ‘ταν το ίδιο, αφού οι άνθρωποι που ξέρω θα λείπουν.

Αν όμως έμαθα κάτι τόσο καιρό στο εξωτερικό, είναι ότι πρέπει τελικά να παίρνουμε τα πράγματα λίγο πιο χαλαρά, λίγο λιγότερο σοβαρά. Ίσως τελικά όποιος είναι εκεί πάνω να μη μας μισεί τόσο όσο νόμιζα. Ίσως τελικά να υπάρχει κάπου κάτι για τον καθένα. Όλα αυτά που έλεγα πάντα ότι εγώ δεν κάνω, τελικά απλώς δεν μου ‘χε δοθεί η ευκαιρία.

Κυριακή 18 Ιουνίου 2006

...

Έχω να δηλώσω πως έχω μαυρίσει σα γύφτος.

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2006

Και όμως...

Λοιπόν έχω ν’ ανακοινώσω ότι τα ‘χω βρει μια χαρά εδώ & ότι δεν πάω σπίτι μου φέτος!