Ο γείτονας χτίζει ένα δωμάτιο-προέκταση στο ήδη υπάρχον σπίτι. Κάθε πρωί κατασκοπεύω ανελλιπώς την κατεδάφιση της αποθήκης που υπήρχε πριν, την απομάκρυνση των μπάζων, τη συγκέντρωση των απαραίτητων οικοδομικών υλικών και, πλέον, το χτίσιμο. Τουβλάκι, λάσπη, τουβλάκι, κι άλλη λάσπη, κουφώματα.
Είμαστε στη φάση όπου οι τρεις νέοι τοίχοι έχουν ένα μέτρο ύψος περίπου, και στη μέση δύο εξ’ αυτών ορθώνονται δύο κουφώματα (πόρτα και παράθυρο) στο τίποτα, τα οποία ξεπερνάνε πολύ το ύψος των τουβλακίων.
Ξέρω, ναι, οι τοίχοι θα πάρουν μπόι, θα μπει στέγη, κρα κρα κρα, δε θα μείνει έτσι το οικοδόμημα να χάσκει στον αιώνα τον άπαντα, κρα κρα κρα, αλλά η εικόνα που έχει τώρα είναι φοβερά αστεία.
Όταν ήμουνα κοριτσάκι έπαιζα μανιωδώς με τα σφηνοτουβλάκια του αδερφού μου, φτιάχνοντας αποκλειστικά και μόνο κάμπριο σπιτάκια. Αγχωνόμουνα να τελειώσω την κατασκευή μου πριν το αδέρφι μου πάρει όλα τα μονά και διπλά τουβλάκια και δεν έχω με τι να γεμίσω τα κενά στους τοίχους. Το αδέρφι μου βέβαια, τεράστιο αιλουροειδές παιδιόθεν, τα είχε γραμμένα τα μονά και τα διπλά κομμάτια. Είχε στο μυαλό του τι ήθελε να φτιάξει, ανεξαρτήτως των διαθέσιμων κομματιών. Όταν λοιπόν χρειαζόταν ένα σχήμα ή ένα μέγεθος σφηνοτουβλακίων μη διαθέσιμο, έπαιρνε έναν αναπτήρα ή ένα κερί κι έλιωνε, έστριβε, καμπύλωνε, λέπταινε τα τουβλάκια μέχρι να τα φέρει στα μέτρα του. Έτσι προέκυπταν ρόδες και φτερά για να ολοκληρώσει τα αεροπλάνα του, κι εγώ ο βλάκας ζοχαδιαζόμουνα που στέκονταν στραβά τα σπιτάκια μου.
Αυτός είναι ένας από τους λόγους που το αδέρφι μου είναι τρισμέγιστο άτομο. Εμένα οι τοίχοι μου έχουν ακόμα κενά. Ψάχνω να βρω το τέλειο κομμάτι να τα γεμίσω. Πρέπει να είναι μονό, διπλό, τριπλό, κόκκινο, αφού το υπόλοιπο κομμάτι είναι κόκκινο, ξύλινο αν το υπόλοιπο ταβάνι είναι ξύλινο.
Πρέπει να είναι ταιριαστό, γουστόζικο, πρέπει να είναι ψηλό, να έχει χιούμορ, να έχει ταξίδια, να έχει δύο υπνοδωμάτια και χώρο για επισκέπτες, κουζίνα γκαζιού και όχι ηλεκτρική, προοπτικές ανέλιξης και προαγωγής, να μ’ αγαπάει χωρίς να με πνίγει, να με ανέχεται όταν δεν έχω όρεξη να κάνω τίποτα ή όταν δουλεύω άπειρες ώρες, να έχω αρκετή άδεια και αρκετά λεφτά για να ταξιδεύω, να είναι smoker & pet friendly, να έχει σοκολάτα αλλά να μη με λιγώνει, να πάω στην έκθεση του Ρέμπραντ, να είμαι δίκαιη, να βρω καινούριες μουσικές, να είναι καθαρό και τακτοποιημένο, να μην είναι απαγορευτικά μακριά από την Ελλάδα, να μάθω πότε να ουρλιάζω και πότε να το βουλώνω, να είναι μαλλιάς, να είναι μεταλλάς, να είναι τετρακούνα, να δω τον Πολίτη Κέιν, να έχει κήπο, να είναι το μαλλί μου κόκκινο και το τζιν μου ψηλοκάβαλο, να έχει καλή μόνωση και θέρμανση, να διαβάσω κι άλλα βιβλία, να είναι πλατεία και όχι εξώστη, να είναι πικάντικο αλλά όχι πολύ καυτερό, να είναι μεγαλώσωμος και μαλλιαρός και αρσενικός και να δαγκώνει όσους δε συμπαθώ, να μην είναι σκυλάδικο, να μην έχει ελιές, να μην έχει μπανάνα, να είναι ζουμερό, να μην απαιτεί πολλή προετοιμασία, να είναι μεν απαιτητικός, να μην είναι άγουρο, να αναγνωρίζει δε την προσπάθεια, δικαιοσύνη δικαιοσύνη δικαιοσύνη, γέλιο γέλιο γέλιο, σεξ σεξ σεξ, χορός χορός χορός, ταξίδια ταξίδια ταξίδια, ύπνος ύπνος ύπνος.
Τα κομμάτια μου. Τα κομμάτια που μου λείπουν, που θέλω ν’ αλλάξουν θέση ή χρονικό πλάισιο, ν’ αλλάξουν συχνότητα, ν’ αλλάξουν τρόπο, ν’ αλλάξουν προοπτική.
Κομμάτια που ενδεχομένως λείπουν από το σπίτι μου, τη δουλειά μου, τους φίλους μου, τους γκόμενούς μου, το αμάξι μου, μέρη που δεν έχω πάει, κομμάτια που πάλιωσαν, που θέλω, που αναζητώ, που έχασα και ψάχνω να ξαναβρώ.
Και ρωτάω. Να λιώσω τα υπάρχοντα κομμάτια και να τα φέρω στα μέτρα μου; Να ψάξω μέχρι να βρω τις τέλειες ρόδες και τα τέλεια φτερά ή να αυτοσχεδιάσω; Να πάψω την αναζήτηση και να μείνω με τα κενά επειδή είναι πολύ προχώ; Να τα γεμίσω με ετερόκλητα, μη ταιριαστά κομμάτια; Ή να εξαπολύσω πέντε δέκα κεραυνούς και ναπανσταδιάλα τα πάντα όλα;
Ε;
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψάχνοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ψάχνοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Τρίτη 26 Οκτωβρίου 2010
Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010
sex and mayhem
Κάθομαι στο γραφείο, μπροστά στις δύο οθόνες μου, και τσεκάρω ένα αρχείο.
Πώς βρέθηκα εδώ;
Δεν ξέρω. Προσπαθώ να θυμηθώ πού ήμουν, τι μεσολάβησε.
Δε μπορώ.
Ξύπνησα στις πέντε το πρωί.
Έτσι, χωρίς λόγο. Αφουγκράστηκα την ησυχία.
Ο εγκέφαλός μου ούρλιαζε ‘γύρνα πλευρό και ξανακοιμήσου ΑΜΕΣΩΣ, αλλιώς θα σέρνεσαι αύριο’.
Τον αγνόησα και σηκώθηκα.
Τα γυμνά μου πόδια ανατρίχιασαν μόλις αποχωρίστηκαν το μαλακό πάπλωμα και θυμήθηκα ότι ο χειμώνας φτάνει.
Ψαχούλεψα τα τσιγάρα μου και σκαρφάλωσα στο περβάζι του παραθύρου. Το τζάμι ήταν παγωμένο.
Θαύμασα το λαμπρό φως του φεγγαρόφωτου. Πώς γίνεται σ’ αυτή τη χώρα οι μέρες να είναι τόσο συννεφιασμένες και οι νύχτες τόσο ξάστερες;
Και μετά θυμήθηκα.
Σταγόνες ιδρώτα, σταγόνες κρασιού, σταγόνες νερού, άγρια χαρά, γυμνά δόντια, βαμμένα χείλη και πυκνά φρύδια, χέρια σα δυνατές αρπάγες, πόδια σαν μαρμάρινες κολόνες ατέλειωτες, στιλπνές και ακλόνητες, μαλλιά ακατάστατα, μυτερά γένια, λαχάνιασμα, μισές λέξεις, μισές φράσεις, σκέψεις που έμειναν στη μέση, σεντόνια, κουβάρι στον καναπέ, στο πάτωμα, παπούτσια μες τη μέση σαν εμπόδια, το κοντρόλ ακριβώς κάτω από την πλάτη μου, σήκωμα απότομο που φέρνει ζαλάδα, πνιχτά γέλια, απόγνωση, η απόσταση μηδενίζεται και πολλαπλασιάζεται σε κλάσματα δευτερολέπτου, εδώ, αλλού, ξανά εδώ, ξανά αλλού, ο αέρας σπρώχνει τις κουρτίνες για να μπει μέσα, μια νυχτοπεταλούδα χτυπιέται στο τζάμι αλλά κανείς δε την προσέχει, γιατί προσέχουμε μόνο πώς θα καούμε ζωντανοί αλλά δε μας νοιάζει, δε μας αφορά τίποτα, ο ένας κατευθείαν στα μάτια του άλλου, λαχάνιασμα, σπασμός, κι άλλος σπασμός, θολούρα.
Το τσιγάρο καίγεται ανάμεσα στα δάχτυλά μου.
Σηκώνομαι και κουβαλάω τη σαράβαλη ύπαρξή μου πίσω στο κρεβάτι.
Εδώ όμως πώς βρέθηκα;
Πώς βρέθηκα εδώ;
Δεν ξέρω. Προσπαθώ να θυμηθώ πού ήμουν, τι μεσολάβησε.
Δε μπορώ.
Ξύπνησα στις πέντε το πρωί.
Έτσι, χωρίς λόγο. Αφουγκράστηκα την ησυχία.
Ο εγκέφαλός μου ούρλιαζε ‘γύρνα πλευρό και ξανακοιμήσου ΑΜΕΣΩΣ, αλλιώς θα σέρνεσαι αύριο’.
Τον αγνόησα και σηκώθηκα.
Τα γυμνά μου πόδια ανατρίχιασαν μόλις αποχωρίστηκαν το μαλακό πάπλωμα και θυμήθηκα ότι ο χειμώνας φτάνει.
Ψαχούλεψα τα τσιγάρα μου και σκαρφάλωσα στο περβάζι του παραθύρου. Το τζάμι ήταν παγωμένο.
Θαύμασα το λαμπρό φως του φεγγαρόφωτου. Πώς γίνεται σ’ αυτή τη χώρα οι μέρες να είναι τόσο συννεφιασμένες και οι νύχτες τόσο ξάστερες;
Και μετά θυμήθηκα.
Σταγόνες ιδρώτα, σταγόνες κρασιού, σταγόνες νερού, άγρια χαρά, γυμνά δόντια, βαμμένα χείλη και πυκνά φρύδια, χέρια σα δυνατές αρπάγες, πόδια σαν μαρμάρινες κολόνες ατέλειωτες, στιλπνές και ακλόνητες, μαλλιά ακατάστατα, μυτερά γένια, λαχάνιασμα, μισές λέξεις, μισές φράσεις, σκέψεις που έμειναν στη μέση, σεντόνια, κουβάρι στον καναπέ, στο πάτωμα, παπούτσια μες τη μέση σαν εμπόδια, το κοντρόλ ακριβώς κάτω από την πλάτη μου, σήκωμα απότομο που φέρνει ζαλάδα, πνιχτά γέλια, απόγνωση, η απόσταση μηδενίζεται και πολλαπλασιάζεται σε κλάσματα δευτερολέπτου, εδώ, αλλού, ξανά εδώ, ξανά αλλού, ο αέρας σπρώχνει τις κουρτίνες για να μπει μέσα, μια νυχτοπεταλούδα χτυπιέται στο τζάμι αλλά κανείς δε την προσέχει, γιατί προσέχουμε μόνο πώς θα καούμε ζωντανοί αλλά δε μας νοιάζει, δε μας αφορά τίποτα, ο ένας κατευθείαν στα μάτια του άλλου, λαχάνιασμα, σπασμός, κι άλλος σπασμός, θολούρα.
Το τσιγάρο καίγεται ανάμεσα στα δάχτυλά μου.
Σηκώνομαι και κουβαλάω τη σαράβαλη ύπαρξή μου πίσω στο κρεβάτι.
Εδώ όμως πώς βρέθηκα;
Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009
Insomnia...but not quite
Η περασμένη βδομάδα ήταν μες τον πανικό. Νομίζω ότι έχω να περάσω τέτοια βδομάδα πανικού από την τελευταία φορά που είχαμε παραστάσεις.
Βλέπω απαίσια όνειρα τελευταία. Ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα και οι μυς μου πονάνε λες και έκανα προπόνηση ώρες ολόκληρες. Πετάω το πάπλωμα από πάνω μου και προσπαθώ να σκουπίσω τον ιδρώτα που τρέχει στο λαιμό, την πλάτη και τα βλέφαρά μου. Περιμένω να ηρεμήσει η καρδιά μου που χτυπάει σαν τρελλή και παλεύω να με πάρει ξανά ο ύπνος. Κάποια στιγμή τα καταφέρνω και κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι δηλαδή ακριβώς, βουλιάζω σ’ έναν ανήσυχο λήθαργο.
Τον βλέπω στα όνειρά μου. Είναι πολύ διαφορετικός. Έχει ξυρισμένα μαλλιά και τρύπες στα αυτιά αλλά όχι σκουλαρίκια. Και στα όνειρά μου δε φοράει μαύρα, αλλά λευκά και γκρι. Κάποιες φορές τον κυνηγάω κι άλλες τρέχω πανικόβλητη να του ξεφύγω. Κάποιες φορές τρέχουμε κι οι δύο μαζί προς κάποια έξοδο που ποτέ δε μπορούμε να βρούμε και παγιδευόμαστε σ’ έναν ατέλειωτο λαβύρινθο από σκαλιστούς ξύλινους τοίχους. Με κοιτάει στα μάτια.
Αναρωτιέμαι αν είναι καλά. Θέλω να πιστεύω ότι είναι καλά.
Βλέπω απαίσια όνειρα τελευταία. Ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα και οι μυς μου πονάνε λες και έκανα προπόνηση ώρες ολόκληρες. Πετάω το πάπλωμα από πάνω μου και προσπαθώ να σκουπίσω τον ιδρώτα που τρέχει στο λαιμό, την πλάτη και τα βλέφαρά μου. Περιμένω να ηρεμήσει η καρδιά μου που χτυπάει σαν τρελλή και παλεύω να με πάρει ξανά ο ύπνος. Κάποια στιγμή τα καταφέρνω και κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι δηλαδή ακριβώς, βουλιάζω σ’ έναν ανήσυχο λήθαργο.
Τον βλέπω στα όνειρά μου. Είναι πολύ διαφορετικός. Έχει ξυρισμένα μαλλιά και τρύπες στα αυτιά αλλά όχι σκουλαρίκια. Και στα όνειρά μου δε φοράει μαύρα, αλλά λευκά και γκρι. Κάποιες φορές τον κυνηγάω κι άλλες τρέχω πανικόβλητη να του ξεφύγω. Κάποιες φορές τρέχουμε κι οι δύο μαζί προς κάποια έξοδο που ποτέ δε μπορούμε να βρούμε και παγιδευόμαστε σ’ έναν ατέλειωτο λαβύρινθο από σκαλιστούς ξύλινους τοίχους. Με κοιτάει στα μάτια.
Αναρωτιέμαι αν είναι καλά. Θέλω να πιστεύω ότι είναι καλά.
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009
Θα το βρω...πού θα πάει...
Δεν ξέρω τι κάνω. Σε καμμία περίπτωση. Δεν υπάρχει κανένα σχήμα, κανένα σχέδιο, καμμία προοπτική. Υπάρχουν δηλαδή, αλλά δεν ξέρω αν με αφορούν .
Επίσης δεν ξέρω ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημά μου. Δηλαδή, ξέρω ότι υπάρχει πρόβλημα, δε μπορεί να μην υπάρχει, αλλά δεν ξέρω ποιο είναι.
Δουλεύω πολύ. Μ’ αρέσει, κατά κανόνα το διασκεδάζω, προφανώς δεν αντιλαμβάνομαι τη σοβαρότητα της κατάστασης, το βλέπω ακόμα σαν παιχνίδι. Όπως και όλες τις προηγούμενες δουλειές μου δηλαδή. Είναι ντροπή και αίσχος αυτό; Δε νομίζω. Νομίζω ότι είναι ασπίδα προστασίας. Αμέ.
Επίσης δεν ξέρω ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημά μου. Δηλαδή, ξέρω ότι υπάρχει πρόβλημα, δε μπορεί να μην υπάρχει, αλλά δεν ξέρω ποιο είναι.
Δουλεύω πολύ. Μ’ αρέσει, κατά κανόνα το διασκεδάζω, προφανώς δεν αντιλαμβάνομαι τη σοβαρότητα της κατάστασης, το βλέπω ακόμα σαν παιχνίδι. Όπως και όλες τις προηγούμενες δουλειές μου δηλαδή. Είναι ντροπή και αίσχος αυτό; Δε νομίζω. Νομίζω ότι είναι ασπίδα προστασίας. Αμέ.
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009
Διάλογος 5
- Τι γίνεται μετά;
- Μετά από τι;
- Από ‘δω.
- Πού να ξέρω ρε; Τι είμαι, μέντιουμ;
- Τι επιλογές υπάρχουν ρε παιδί μου;
- Διάφορες. Παράδεισος. Κόλαση. Ανυπαρξία. Μετεμψύχωση.
- Ε και τι; Διαλέγω και παίρνω;
- Γιατί όχι;
- Δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή.
- Ανυπαρξία λοιπόν. Συγχαρητήρια και μπράβο.
- Είναι παράλογο;
- Είναι σίγουρα επικίνδυνο. Αν δεν πιστεύεις ότι θα κριθείς, αν πιστεύεις ότι αυτή η ζωή είναι το μόνο που υπάρχει, διατρέχεις τον κίνδυνο να επιχειρήσεις κάθε είδους ακρότητες.
- Ωραία! Ξεκινάμε;
- Μετά από τι;
- Από ‘δω.
- Πού να ξέρω ρε; Τι είμαι, μέντιουμ;
- Τι επιλογές υπάρχουν ρε παιδί μου;
- Διάφορες. Παράδεισος. Κόλαση. Ανυπαρξία. Μετεμψύχωση.
- Ε και τι; Διαλέγω και παίρνω;
- Γιατί όχι;
- Δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή.
- Ανυπαρξία λοιπόν. Συγχαρητήρια και μπράβο.
- Είναι παράλογο;
- Είναι σίγουρα επικίνδυνο. Αν δεν πιστεύεις ότι θα κριθείς, αν πιστεύεις ότι αυτή η ζωή είναι το μόνο που υπάρχει, διατρέχεις τον κίνδυνο να επιχειρήσεις κάθε είδους ακρότητες.
- Ωραία! Ξεκινάμε;
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009
Απραξίας μέρος πρώτο
Μερικές φορές όλα φαίνονται πάρα πολύ κοντινά και πάρα πολύ μακρινά. Μερικές φορές όλα είναι πολύ ξεκάθαρα κι άλλες φορές τόσο μπερδεμένα. Προσπαθώ να βάλω τα πάντα σε τάξη κι όταν νιώθω ότι τα καταφέρνω νιώθω ότι ανοίγουν ξαφνικά πόρτες και ορμάει μέσα η καταιγίδα και τα σαρώνει όλα. Και μένω μες τη μέση του δωματίου και τρέμω. Περιμένω να περάσει, κάποτε. Περιμένω να περάσει και να τα ξαναμαζέψω όλα. Και πάλι. Και ξανά. Και δε σταματάω. Και δεν παραιτούμαι. Και πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα κλειδώσω όλες τις πόρτες και θα κλείσω έξω την καταιγίδα. Αλλά αυτό είναι παράλογο. Δε μπορείς να αποστειρωθείς στο δωμάτιο και να ξεχάσεις την καταιγίδα. Τη χρειάζεσαι. Είναι κομμάτι αυτού του κόσμου. Έρχεται για να σου θυμίσει ότι είσαι εφήμερος και θραυστός, αλλά αυτό δεν είναι κακό. Δεν είναι καταστροφικό. Είναι φυσικό. Είναι απαραίτητο για να σε ξεκολλήσει από την αδράνεια. Νιώθεις το νερό και τον αέρα και το κρύο στο δέρμα σου και ξέρεις ότι είσαι ζωντανός. Δε γίνεται χωρίς την καταιγίδα. Τι θα ήταν μια συνεχόμενη άνοιξη, ή μια συνεχόμενη καταιγίδα; Μονοτονία. Απραγία.
Δεν ξέρω.
Το κενό είναι περίεργο πράγμα.
Όταν νιώθεις το κενό είναι ακόμα πιο περίεργο.
Το νιώθεις να μεγαλώνει και να στροβιλίζεται μέσα σου, και μετά το κενό γίνεται δίνη και αρχίζει να ρουφάει τα πάντα.
Στην αρχή ρουφάει μικροπράγματα που ξεχνάς μέσα στη μέρα και αναρωτιέσαι πώς συνέβη αυτό.
Κλειδιά, ομπρέλα, μεσημεριανό, χαρτιά που έπρεπε οπωσδήποτε να πάρεις μαζί σου και διάφορα άλλα τέτοια.
Μετά το κενό μεγαλώνει κι άλλο.
Και αρχίζεις να ξεχνάς προθεσμίες, γενέθλια, δουλειές που έπρεπε να κάνεις. Αναρωτιέσαι πώς διάολο συνέβη και αυτό και ξαφνικά αρχίζεις να καταγράφεις και να σημειώνεις τα πάντα για να μη ξαναξεχάσεις τίποτα.
Και μετά το κενό γίνεται στρόβιλος, δίνη.
Και αρχίζεις να ξεχνάς και ανθρώπους και καταστάσεις και γεγονότα.
Όχι με την έννοια ότι δε τους θυμάσαι πια, αλλά με την έννοια ότι όσα σου έχουν συμβεί νομίζεις ότι έχουν συμβεί αιώνες πριν, και οι άνθρωποι είναι έτη φωτός μακριά και ότι δεν υπάρχει πια τίποτα στον κόσμο παρά μια τελετουργία καθημερινή που την τηρείς με ευλάβεια γιατί νομίζεις ξαφνικά ότι από όλο τον κόσμο το μόνο πράγμα που έχει μείνει όρθιο είναι αυτή ακριβώς η τελετουργία.
Και το πιο περίεργο απ’ όλα.
Από ένα σημείο και μετά παύεις να προσπαθείς να ελέγξεις τα πάντα.
Παύεις να πανικοβάλλεσαι από την ύπαρξη του κενού και απλώς το κουβαλάς παντού μαζί σου αλλά δε σε βαραίνει πια.
Κάποια στιγμή όλα γίνονται εύκολα, γιατί πλέον έχεις αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα και σημαντικά και ασχολείσαι με μικρές αηδιούλες.
Ψαράκια στο ποτάμι.
Κόκκινα αυτοκίνητα το πρωί στην εθνική.
Χρώματα στο ηλιοβασίλεμα.
Στάλες που έχουν σταθεί πάνω στους ιστούς και λαμποκοπάνε στο πρωινό φως.
Σήμερα το πρωί ξύπνησα τέσσερα ολόκληρα λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι γιατί το αναπληρωματικό μαξιλάρι νούμερο 2 που μοναδική του δουλειά είναι να υπάρχει ανάμεσα σε μένα και τον τοίχο (και το οποίο είχα πετάξει στον τοίχο λίγο ατσούμπαλα πριν κοιμηθώ) αποφάσισε να πέσει στη μούρη μου μετά από 6 ώρες και 45 λεπτά πλήρους ακινησίας.
Εξεπλάγην, η αλήθεια είναι.
Επίσης το πλύσιμο των πιάτων.
Το πλύσιμο των πιάτων είναι κι αυτό περίεργη διαδικασία.
Στριφογυρνάω στην κουζίνα, μαζεύω ύπουλα κρυμμένα πιάτα και κούπες από διάφορα κουλά μέρη του σπιτιού (γιατί η Μυρσίνη από μόνη της δημιουργεί ακαταστασία για πέντε).
Και μετά δεν ξέρω τι γίνεται, μάλλον το ζεστό νερό που τρέχει στα χέρια μου δημιουργεί κάποιου είδους χαύνωση στον εγκέφαλό μου και τα κατσαρολικά απλώς πλένονται.
Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι δεν τα έπλυνα εγώ, απλούστατα γιατί δε θυμάμαι τίποτα από την όλη διαδικασία.
Αισθάνομαι ξαφνικά φοβερά ικανοποιημένη με το άτομό μου και απολύτως ικανή να κάνω όλες τις δουλειές του σπιτιού.
Και μάλιστα αδιαμαρτύρητα.
Το συναίσθημα αυτό διαρκεί περίπου τρία πικοσεκόντ και μετά εξαφανίζεται.
Μέχρι το επόμενο απόγευμα, όπου γυρνάω σπίτι και διαπιστώνω ότι η μαζεμένη κουζίνα που άφησα χτες έχει γίνει πάλι μπάχαλο.
Πώς γίνεται σε μια μέρα να χρησιμοποιεί ένα άτομο τουλάχιστον 3 κατσαρόλες, τρίφτη, τηγάνι, σουρωτήρι, χτυπητήρι για τα αυγά, τσαγιέρα, καφετιέρα, 5 κούπες, πιάτα βαθιά και ρηχά, μπολάκια και μαχαίρι του ψαριού πραγματικά δεν καταλαβαίνω.
Οπότε ξαναμαζεύω.
Και ξαναγίνεται μπάχαλο.
Και ξαναμαζεύω.
Ντάξει, δεν είμαι ο πιο τακτικός άνθρωπος του κόσμου, σε καμμία περίπτωση.
Ωστόσο θα μου άρεσε να μην ακροβατώ ανάμεσα σε χιλιάδες άχρηστα και χρήσιμα παραφερνάλια που απλώς πιάνουν χώρο.
Το καλώδιο ethernet που δε δουλεύει, ας πούμε.
Τι θα το κάνεις;
Γιατί το κρατάς;
Εκατοντάδες πλαστικά καπάκια μέσα σε μια κανάτα.
Πλαστικά λουλούδια.
148 πετσέτες κουζίνας.
Σκεπαστήρι για τα πιάτα με ανάγλυφα κίτρινα και γαλάζια και ροζ λουλούδια. Απαράδεκτο.
94 φλυτζάνια, όλα διαφορετικά μεταξύ τους.
Πλαστικά καλύμματα γιαουρτιού και λοιπών σαλτσοειδών.
Λαμπατέρ.
Και δεν εννοώ λάμπα, εννοώ μόνο το σκουφάκι της λάμπας.
Ταξιδιωτικοί οδηγοί για τα ελληνικά νησιά εκδοθείς το 1979.
Κασέτες.
Κασέτες;
Υπάρχει μια κουβέρτα κρεμασμένη στην κουπαστή της σκάλας από την 9η Αυγούστου 2009.
Εγώ δηλαδή μετακόμισα τότε και τη βρήκα εκεί.
Μπορεί απλώς να υπάρχει από πάντα. (ποια καλέ; αυτά τα γλυκούλικα αρκουδάκια;)
Επίσης η Μυρσίνη έχει τρεις γάτες. Μου αρέσουνε οι γάτες που είναι αυτόνομες και τα σχετικά, αλλά αποφάσισα ότι είμαι σαφώς φαν των σκυλιών. Σαφώς. Έχω μεγαλώσει με διαφόρων ειδών ζώα και πιστεύω ότι μου αρέσουν όλα – αλλά πιο πολύ τα σκυλιά. Εννοώ, δες τις γάτες της Μυρσίνης. Όλη μέρα μασουλάνε ή γκρινιάζουν επειδή θέλουν να μασουλήσουν, κάνουν κουτρουβάλες άνευ λόγου και αιτίας και κοιμούνται μέσα στο καλάθι με τα άπλυτα. Αυτό πάλι πώς σου φάνηκε;
Βέβαια. Δε μας αρέσουν οι γάτες. Είμαστε άνθρωποι των σκυλιών. Το αποφασίσαμε.
Οι καινούριοι του γραφείου που με ψήνουνε να συγκατοικήσουμε είναι φαν των γάτων. Η κοπελιά ειδικά φοβάται οποιοδήποτε σκυλί είναι μεγαλύτερο από γάτα. Ο τυπάς πάει κι έρχεται. Είμαι στο τσακ να αγοράσω ένα ογκώδες μαλλιαρό σκύλο, ώστε να το σκεφτούν πολύ περισσότερο. Απλά σκέφτομαι τι θα κάνει το ζωντανό μόνο του τις άπειρες ώρες που δουλεύω. Αλλά ένας μεγάλος σκύλος είναι πολύ ψηλά στη wishlist μου αυτό τον καιρό.
Δεν ξέρω.
Το κενό είναι περίεργο πράγμα.
Όταν νιώθεις το κενό είναι ακόμα πιο περίεργο.
Το νιώθεις να μεγαλώνει και να στροβιλίζεται μέσα σου, και μετά το κενό γίνεται δίνη και αρχίζει να ρουφάει τα πάντα.
Στην αρχή ρουφάει μικροπράγματα που ξεχνάς μέσα στη μέρα και αναρωτιέσαι πώς συνέβη αυτό.
Κλειδιά, ομπρέλα, μεσημεριανό, χαρτιά που έπρεπε οπωσδήποτε να πάρεις μαζί σου και διάφορα άλλα τέτοια.
Μετά το κενό μεγαλώνει κι άλλο.
Και αρχίζεις να ξεχνάς προθεσμίες, γενέθλια, δουλειές που έπρεπε να κάνεις. Αναρωτιέσαι πώς διάολο συνέβη και αυτό και ξαφνικά αρχίζεις να καταγράφεις και να σημειώνεις τα πάντα για να μη ξαναξεχάσεις τίποτα.
Και μετά το κενό γίνεται στρόβιλος, δίνη.
Και αρχίζεις να ξεχνάς και ανθρώπους και καταστάσεις και γεγονότα.
Όχι με την έννοια ότι δε τους θυμάσαι πια, αλλά με την έννοια ότι όσα σου έχουν συμβεί νομίζεις ότι έχουν συμβεί αιώνες πριν, και οι άνθρωποι είναι έτη φωτός μακριά και ότι δεν υπάρχει πια τίποτα στον κόσμο παρά μια τελετουργία καθημερινή που την τηρείς με ευλάβεια γιατί νομίζεις ξαφνικά ότι από όλο τον κόσμο το μόνο πράγμα που έχει μείνει όρθιο είναι αυτή ακριβώς η τελετουργία.
Και το πιο περίεργο απ’ όλα.
Από ένα σημείο και μετά παύεις να προσπαθείς να ελέγξεις τα πάντα.
Παύεις να πανικοβάλλεσαι από την ύπαρξη του κενού και απλώς το κουβαλάς παντού μαζί σου αλλά δε σε βαραίνει πια.
Κάποια στιγμή όλα γίνονται εύκολα, γιατί πλέον έχεις αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα και σημαντικά και ασχολείσαι με μικρές αηδιούλες.
Ψαράκια στο ποτάμι.
Κόκκινα αυτοκίνητα το πρωί στην εθνική.
Χρώματα στο ηλιοβασίλεμα.
Στάλες που έχουν σταθεί πάνω στους ιστούς και λαμποκοπάνε στο πρωινό φως.
Σήμερα το πρωί ξύπνησα τέσσερα ολόκληρα λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι γιατί το αναπληρωματικό μαξιλάρι νούμερο 2 που μοναδική του δουλειά είναι να υπάρχει ανάμεσα σε μένα και τον τοίχο (και το οποίο είχα πετάξει στον τοίχο λίγο ατσούμπαλα πριν κοιμηθώ) αποφάσισε να πέσει στη μούρη μου μετά από 6 ώρες και 45 λεπτά πλήρους ακινησίας.
Εξεπλάγην, η αλήθεια είναι.
Επίσης το πλύσιμο των πιάτων.
Το πλύσιμο των πιάτων είναι κι αυτό περίεργη διαδικασία.
Στριφογυρνάω στην κουζίνα, μαζεύω ύπουλα κρυμμένα πιάτα και κούπες από διάφορα κουλά μέρη του σπιτιού (γιατί η Μυρσίνη από μόνη της δημιουργεί ακαταστασία για πέντε).
Και μετά δεν ξέρω τι γίνεται, μάλλον το ζεστό νερό που τρέχει στα χέρια μου δημιουργεί κάποιου είδους χαύνωση στον εγκέφαλό μου και τα κατσαρολικά απλώς πλένονται.
Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι δεν τα έπλυνα εγώ, απλούστατα γιατί δε θυμάμαι τίποτα από την όλη διαδικασία.
Αισθάνομαι ξαφνικά φοβερά ικανοποιημένη με το άτομό μου και απολύτως ικανή να κάνω όλες τις δουλειές του σπιτιού.
Και μάλιστα αδιαμαρτύρητα.
Το συναίσθημα αυτό διαρκεί περίπου τρία πικοσεκόντ και μετά εξαφανίζεται.
Μέχρι το επόμενο απόγευμα, όπου γυρνάω σπίτι και διαπιστώνω ότι η μαζεμένη κουζίνα που άφησα χτες έχει γίνει πάλι μπάχαλο.
Πώς γίνεται σε μια μέρα να χρησιμοποιεί ένα άτομο τουλάχιστον 3 κατσαρόλες, τρίφτη, τηγάνι, σουρωτήρι, χτυπητήρι για τα αυγά, τσαγιέρα, καφετιέρα, 5 κούπες, πιάτα βαθιά και ρηχά, μπολάκια και μαχαίρι του ψαριού πραγματικά δεν καταλαβαίνω.
Οπότε ξαναμαζεύω.
Και ξαναγίνεται μπάχαλο.
Και ξαναμαζεύω.
Ντάξει, δεν είμαι ο πιο τακτικός άνθρωπος του κόσμου, σε καμμία περίπτωση.
Ωστόσο θα μου άρεσε να μην ακροβατώ ανάμεσα σε χιλιάδες άχρηστα και χρήσιμα παραφερνάλια που απλώς πιάνουν χώρο.
Το καλώδιο ethernet που δε δουλεύει, ας πούμε.
Τι θα το κάνεις;
Γιατί το κρατάς;
Εκατοντάδες πλαστικά καπάκια μέσα σε μια κανάτα.
Πλαστικά λουλούδια.
148 πετσέτες κουζίνας.
Σκεπαστήρι για τα πιάτα με ανάγλυφα κίτρινα και γαλάζια και ροζ λουλούδια. Απαράδεκτο.
94 φλυτζάνια, όλα διαφορετικά μεταξύ τους.
Πλαστικά καλύμματα γιαουρτιού και λοιπών σαλτσοειδών.
Λαμπατέρ.
Και δεν εννοώ λάμπα, εννοώ μόνο το σκουφάκι της λάμπας.
Ταξιδιωτικοί οδηγοί για τα ελληνικά νησιά εκδοθείς το 1979.
Κασέτες.
Κασέτες;
Υπάρχει μια κουβέρτα κρεμασμένη στην κουπαστή της σκάλας από την 9η Αυγούστου 2009.
Εγώ δηλαδή μετακόμισα τότε και τη βρήκα εκεί.
Μπορεί απλώς να υπάρχει από πάντα. (ποια καλέ; αυτά τα γλυκούλικα αρκουδάκια;)
Επίσης η Μυρσίνη έχει τρεις γάτες. Μου αρέσουνε οι γάτες που είναι αυτόνομες και τα σχετικά, αλλά αποφάσισα ότι είμαι σαφώς φαν των σκυλιών. Σαφώς. Έχω μεγαλώσει με διαφόρων ειδών ζώα και πιστεύω ότι μου αρέσουν όλα – αλλά πιο πολύ τα σκυλιά. Εννοώ, δες τις γάτες της Μυρσίνης. Όλη μέρα μασουλάνε ή γκρινιάζουν επειδή θέλουν να μασουλήσουν, κάνουν κουτρουβάλες άνευ λόγου και αιτίας και κοιμούνται μέσα στο καλάθι με τα άπλυτα. Αυτό πάλι πώς σου φάνηκε;
Βέβαια. Δε μας αρέσουν οι γάτες. Είμαστε άνθρωποι των σκυλιών. Το αποφασίσαμε.
Οι καινούριοι του γραφείου που με ψήνουνε να συγκατοικήσουμε είναι φαν των γάτων. Η κοπελιά ειδικά φοβάται οποιοδήποτε σκυλί είναι μεγαλύτερο από γάτα. Ο τυπάς πάει κι έρχεται. Είμαι στο τσακ να αγοράσω ένα ογκώδες μαλλιαρό σκύλο, ώστε να το σκεφτούν πολύ περισσότερο. Απλά σκέφτομαι τι θα κάνει το ζωντανό μόνο του τις άπειρες ώρες που δουλεύω. Αλλά ένας μεγάλος σκύλος είναι πολύ ψηλά στη wishlist μου αυτό τον καιρό.
Ετικέτες
αδράνεια,
σκέφτομαι άρα μουτζουρώνω,
ψάχνοντας
Τρίτη 7 Ιουλίου 2009
Happy fuckin' birthday
Θυμάμαι αμυδρά, όταν ακόμα δεν ήμουνα σίγουρη για το τι θέλω να φοράω, ή για το τι ακριβώς είναι πανεπιστήμιο, όταν ακόμα δεν είχα ιδέα τι σημαίνει ελευθερία, θυμάμαι λοιπόν τη φίλη μου τη Μαρίνα να γκρινιάζει ότι δε την παλεύει να γυρνάει από τη Μυτιλήνη στο εφηβικό της δωμάτιο, ότι συνήθισε να είναι μόνη της.
Σειρά μου τώρα. Έχοντας παραδεχτεί εδώ και χρόνια ότι περνάω όλες μου τις επαναστάσεις και τις περίεργες τάσεις της εφηβείας σε μια ηλικία σχετικά προχωρημένη όπου η εφηβεία μοιάζει όνειρο, πρέπει να πω ότι ακόμα ακροβατώ μεταξύ σοβαρότητας και βλακείας, μεταξύ του τι είναι και τι δεν είναι αποδεκτό και κυρίως γύρω από το τι περιμένουν οι άλλοι από μένα κι αν υπάρχει ποτέ καμμιά περίπτωση να περιμένουν κάτι που να συμβαδίζει επιτέλους με ότι περιμένω εγώ από μένα.
Το θέμα είναι ότι έφτασα στο σημείο που προτιμώ να γυρίσω πίσω αλυσοδεμένη παρά να συνεχίσω να ζω στην Αγγλία έτσι όπως ζω τώρα.
Έγινα 25 πρόσφατα και, παρ’ όλο που κάποια στιγμή πήγα να το πιστέψω, δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Ήρθε όμως η στιγμή που σκέφτηκα τι έχω κάνει μέχρι τώρα, πώς έχω κάνει ότι έχω κάνει μέχρι τώρα, με ποιους ανθρώπους έχω μοιραστεί ότι έχω κάνει μέχρι τώρα και, τελικά, ποιο είναι για μένα το σημαντικότερο πράγμα σ’ αυτή τη ζωή; Και πώς θα φτάσω εκεί;
Οι συζητήσεις για τον καιρό είναι ένα θέμα για το οποίο όλος ο πλανήτης κοροϊδεύει τους Άγγλους. Θεωρώ όμως ότι δεν είναι δυνατόν να μείνεις νοήμον ον για πολύ καιρό σ’ αυτή τη χώρα και μ’ αυτό τον καιρό. Τελικά νομίζω ότι η Μεσόγειος και οι συνήθειες που το μεσογειακό μοντέλο συνεπάγεται είναι πολύ πιο βαθιά ριζωμένες στο DNA μου απ’ όσο ήθελα να πιστεύω. Αυτό σημαίνει ότι ξυπνάω το πρωί νιώθωντας μια δερμάτινη αρβύλα να ζουλάει την καρδιά μου – χωρίς κανένα προφανή λόγο. Συνεχίζω να την κουβαλάω μαζί μου όλη μέρα σε ότι κάνω, στενάζοντας κάτω από το βάρος της κι από τις λάσπες της σόλας της. Και πρέπει επιτέλους να την ξεφορτωθώ. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – σε καμμά περίπτωση – ότι άμα γυρίσω πίσω όλα θα γίνουν ξαφνικά ροζ με καρδούλες και ουράνια τόξα – τουναντίον. Αλλά.
Οι άνθρωποι με τρομάζουν τρομερά, όπως έχω ξαναπεί. Ιδίως οι άνθρωποι που με ξέρουν, που μπορούν να καταλάβουν τι σκέφτομαι πριν μιλήσω. Η αλήθεια όμως είναι ότι τους χρειάζομαι αυτούς τους ανθρώπους, είναι κομμάτι από μένα. Και κανείς τους δεν είναι εδώ. Κι αυτό είναι το βασικό πράγμα που πρέπει να αποφασίσω. Τους χρειάζομαι τόσο που να αξίζει τον κόπο να γυρίσω πίσω; Η απάντηση, δυστυχώς ή ευτυχώς είναι...μακάρι να 'ξερα ποια είναι.
Θα ήταν ενδεχομένως άδικο να πω ότι περνάω άσχημα στην Αγγλία. Τα έχω βρει μπαστούνια με τη συγκατοίκηση όντως και ώρες ώρες νομίζω ότι θα εκραγώ απ’ τις ζοχάδες μου, αλλά κατά τ’ άλλα περνάω καλά. Όχι όμως τόσο καλά όσο με τους ανθρώπους που μιλάνε τη γαμημένη τη γλώσσα μου. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Έτσι λέω τώρα. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι δε θα αλλάξω γνώμη μέσα στα επόμενα 45 δευτερόλεπτα, όπως συνήθως. Τα χρυσόψαρα έχουν βραχεία μνήμη. Εγώ έχω βραχείες γνώμες και στάσεις απέναντι στη ζωή τη δική μου και ενίοτε και των άλλων.
Παράνοια;
Πάω να τελειώσω τις πληρωμές τώρα γιατί αρκετά με τις υπαρξιακές μου ανησυχίες πρωινιάτικα.
Σειρά μου τώρα. Έχοντας παραδεχτεί εδώ και χρόνια ότι περνάω όλες μου τις επαναστάσεις και τις περίεργες τάσεις της εφηβείας σε μια ηλικία σχετικά προχωρημένη όπου η εφηβεία μοιάζει όνειρο, πρέπει να πω ότι ακόμα ακροβατώ μεταξύ σοβαρότητας και βλακείας, μεταξύ του τι είναι και τι δεν είναι αποδεκτό και κυρίως γύρω από το τι περιμένουν οι άλλοι από μένα κι αν υπάρχει ποτέ καμμιά περίπτωση να περιμένουν κάτι που να συμβαδίζει επιτέλους με ότι περιμένω εγώ από μένα.
Το θέμα είναι ότι έφτασα στο σημείο που προτιμώ να γυρίσω πίσω αλυσοδεμένη παρά να συνεχίσω να ζω στην Αγγλία έτσι όπως ζω τώρα.
Έγινα 25 πρόσφατα και, παρ’ όλο που κάποια στιγμή πήγα να το πιστέψω, δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Ήρθε όμως η στιγμή που σκέφτηκα τι έχω κάνει μέχρι τώρα, πώς έχω κάνει ότι έχω κάνει μέχρι τώρα, με ποιους ανθρώπους έχω μοιραστεί ότι έχω κάνει μέχρι τώρα και, τελικά, ποιο είναι για μένα το σημαντικότερο πράγμα σ’ αυτή τη ζωή; Και πώς θα φτάσω εκεί;
Οι συζητήσεις για τον καιρό είναι ένα θέμα για το οποίο όλος ο πλανήτης κοροϊδεύει τους Άγγλους. Θεωρώ όμως ότι δεν είναι δυνατόν να μείνεις νοήμον ον για πολύ καιρό σ’ αυτή τη χώρα και μ’ αυτό τον καιρό. Τελικά νομίζω ότι η Μεσόγειος και οι συνήθειες που το μεσογειακό μοντέλο συνεπάγεται είναι πολύ πιο βαθιά ριζωμένες στο DNA μου απ’ όσο ήθελα να πιστεύω. Αυτό σημαίνει ότι ξυπνάω το πρωί νιώθωντας μια δερμάτινη αρβύλα να ζουλάει την καρδιά μου – χωρίς κανένα προφανή λόγο. Συνεχίζω να την κουβαλάω μαζί μου όλη μέρα σε ότι κάνω, στενάζοντας κάτω από το βάρος της κι από τις λάσπες της σόλας της. Και πρέπει επιτέλους να την ξεφορτωθώ. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – σε καμμά περίπτωση – ότι άμα γυρίσω πίσω όλα θα γίνουν ξαφνικά ροζ με καρδούλες και ουράνια τόξα – τουναντίον. Αλλά.
Οι άνθρωποι με τρομάζουν τρομερά, όπως έχω ξαναπεί. Ιδίως οι άνθρωποι που με ξέρουν, που μπορούν να καταλάβουν τι σκέφτομαι πριν μιλήσω. Η αλήθεια όμως είναι ότι τους χρειάζομαι αυτούς τους ανθρώπους, είναι κομμάτι από μένα. Και κανείς τους δεν είναι εδώ. Κι αυτό είναι το βασικό πράγμα που πρέπει να αποφασίσω. Τους χρειάζομαι τόσο που να αξίζει τον κόπο να γυρίσω πίσω; Η απάντηση, δυστυχώς ή ευτυχώς είναι...μακάρι να 'ξερα ποια είναι.
Θα ήταν ενδεχομένως άδικο να πω ότι περνάω άσχημα στην Αγγλία. Τα έχω βρει μπαστούνια με τη συγκατοίκηση όντως και ώρες ώρες νομίζω ότι θα εκραγώ απ’ τις ζοχάδες μου, αλλά κατά τ’ άλλα περνάω καλά. Όχι όμως τόσο καλά όσο με τους ανθρώπους που μιλάνε τη γαμημένη τη γλώσσα μου. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.
Έτσι λέω τώρα. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι δε θα αλλάξω γνώμη μέσα στα επόμενα 45 δευτερόλεπτα, όπως συνήθως. Τα χρυσόψαρα έχουν βραχεία μνήμη. Εγώ έχω βραχείες γνώμες και στάσεις απέναντι στη ζωή τη δική μου και ενίοτε και των άλλων.
Παράνοια;
Πάω να τελειώσω τις πληρωμές τώρα γιατί αρκετά με τις υπαρξιακές μου ανησυχίες πρωινιάτικα.
Ετικέτες
σκέφτομαι άρα μουτζουρώνω,
ψάχνοντας
Τρίτη 17 Ιουλίου 2007
Tick tock
Ο χρόνος δεν περνάει. Ή περνάει χωρίς να γίνεται τίποτα. Ξυπνάω και κοιμάμαι και ξαναξυπνάω με την ίδια σκέψη. Πώς έφτασα ως εδώ. Γενικά. Με όλα. Πώς άφησα τον εαυτό μου να φτάσει ως εδώ;
Αναρωτιέμαι. Είναι για όλους τόσο δύσκολο; Γιατί ειλικρινά δε βλέπω οι άλλοι να δυσκολεύονται τόσο. Σ’ όλους τους άλλους έρχεται εύκολα η ζωή που θέλουν ή συμβιβάζονται με ότι βρουν;
Αναρωτιέμαι. Είναι για όλους τόσο δύσκολο; Γιατί ειλικρινά δε βλέπω οι άλλοι να δυσκολεύονται τόσο. Σ’ όλους τους άλλους έρχεται εύκολα η ζωή που θέλουν ή συμβιβάζονται με ότι βρουν;
Τρίτη 22 Μαΐου 2007
Lonely Carribean blues
Σε άλλους αρέσει όταν ο άλλος τους καταλαβαίνει μ’ ένα νεύμα. Μ’ ένα ύφος. Χωρίς να μιλήσουν. Πριν καν μιλήσουν. Μου το λένε μ’ ενθουσιασμό και νιώθουν τυχεροί που τους έτυχε κάτι τέτοιο. Εγώ και μόνο στη σκέψη ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο φρικάρω. Πνίγομαι. Εγώ θα ένιωθα παραβιασμένη αν εισέβαλλε κάποιος στο κεφάλι μου κατά βούληση. Οι άλλοι γιατί το κυνηγάνε; Και, αν μου συμβεί κάποτε κι εμένα, τι θα γίνει; Θα γαντζωθώ πάνω του και θα γίνω αυτό που μια ζωή κοροϊδεύω ή θα φύγω τρέχοντας;
Γενικά, μπορείς να γίνεις ευτυχισμένος αφήνοντας τη ζωή σου στα χέρια ενός άλλου ανθρώπου;
Το χαρτί βέβαια δεν πρόκειται να μου απαντήσει ποτέ τίποτα. Μήπως να πάω να τα πω σε κάναν άνθρωπο;
Επίσης. Ο μπάρμαν έχει τέλεια μάτια. Caribbean Blue.
Γενικά, μπορείς να γίνεις ευτυχισμένος αφήνοντας τη ζωή σου στα χέρια ενός άλλου ανθρώπου;
Το χαρτί βέβαια δεν πρόκειται να μου απαντήσει ποτέ τίποτα. Μήπως να πάω να τα πω σε κάναν άνθρωπο;
Επίσης. Ο μπάρμαν έχει τέλεια μάτια. Caribbean Blue.
Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2007
Φόβος
Υπάρχουν κάποιες στιγμές διαύγειας. Λίγες, αλλά υπάρχουν. Στιγμές που ξέρεις ακριβώς ποιο είναι το πρόβλημα. Ξέρεις ακριβώς τι σου τρώει την ψυχή και πώς να το αλλάξεις. Ξέρεις ως δια μαγείας πώς θα ελευθερωθείς και βλέπεις το κάθε βήμα ως την κάθαρση.
Δεν αλαφρώνεις όμως. Τι είναι αυτό βαθιά μέσα μας που δε μας αφήνει να φτάσουμε στην ευτυχία, αν και ξέρουμε πώς; Γιατί, αφού βλέπουμε το δρόμο, φοβόμαστε να τον περπατήσουμε; Γιατί βουλιάζουμε ηθελημένα σ’ αυτό το βούρκο που μας πνίγει;
Δεν ξέρω τι με κρατάει πίσω. Μέσα μου το ξέρω, θέλω περισσότερο απ’ όλα μια καινούρια αρχή, μια σελίδα που θα γράψω εγώ, όχι μια σελίδα που άλλοι έγραψαν για μένα & που τρέχω να προλάβω από συνήθεια, & όχι από επιθυμία.
Φοβάμαι. Αυτό είναι. Φοβάμαι να ορθώσω το ανάστημά μου και να σταθώ στα πόδια μου. Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή σα φυτό θερμοκηπίου.
Προσπαθείς να δείξεις στους άλλους ποιος πραγματικά είσαι. Προσπαθείς να δείξεις ότι δεν είσαι αυτό που θέλουν να πιστεύουν. Μερικές φορές θέλω να ουρλιάξω. Μερικές φορές νιώθω ότι ουρλιάζω αλλά κανείς δεν ακούει. Ότι όλοι εθελοτυφλούν πιστεύοντας αυτό που τους αρέσει. Μερικές φορές νιώθω ότι ασχολούμαι μ’ όλα τα προβλήματα του κόσμου εκτός απ’ τα δικά μου. Δε μπορείς όμως ν’ απαιτήσεις από τους άλλους να καταλάβουν κάτι που δε τους αφήνεις να δουν.
Περνάω την εφηβεία καθυστερημένα νομίζω.
Να ‘σαι πάλι. Καιρό είχα να σε σκεφτώ. Τι να κάνεις άραγε, πώς να περνάς; Μέσα μου θα ‘θελα πολύ να σε δω. Μέσα μου ξέρω πως πάντα χαρχαλεύεις στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Δε το παραδέχομαι όμως ποτέ.
Σε μυρίζω…είσαι άραγε κοντά; Με βλέπεις; Με αναγνωρίζεις;
Δεν αλαφρώνεις όμως. Τι είναι αυτό βαθιά μέσα μας που δε μας αφήνει να φτάσουμε στην ευτυχία, αν και ξέρουμε πώς; Γιατί, αφού βλέπουμε το δρόμο, φοβόμαστε να τον περπατήσουμε; Γιατί βουλιάζουμε ηθελημένα σ’ αυτό το βούρκο που μας πνίγει;
Δεν ξέρω τι με κρατάει πίσω. Μέσα μου το ξέρω, θέλω περισσότερο απ’ όλα μια καινούρια αρχή, μια σελίδα που θα γράψω εγώ, όχι μια σελίδα που άλλοι έγραψαν για μένα & που τρέχω να προλάβω από συνήθεια, & όχι από επιθυμία.
Φοβάμαι. Αυτό είναι. Φοβάμαι να ορθώσω το ανάστημά μου και να σταθώ στα πόδια μου. Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή σα φυτό θερμοκηπίου.
Προσπαθείς να δείξεις στους άλλους ποιος πραγματικά είσαι. Προσπαθείς να δείξεις ότι δεν είσαι αυτό που θέλουν να πιστεύουν. Μερικές φορές θέλω να ουρλιάξω. Μερικές φορές νιώθω ότι ουρλιάζω αλλά κανείς δεν ακούει. Ότι όλοι εθελοτυφλούν πιστεύοντας αυτό που τους αρέσει. Μερικές φορές νιώθω ότι ασχολούμαι μ’ όλα τα προβλήματα του κόσμου εκτός απ’ τα δικά μου. Δε μπορείς όμως ν’ απαιτήσεις από τους άλλους να καταλάβουν κάτι που δε τους αφήνεις να δουν.
Περνάω την εφηβεία καθυστερημένα νομίζω.
Να ‘σαι πάλι. Καιρό είχα να σε σκεφτώ. Τι να κάνεις άραγε, πώς να περνάς; Μέσα μου θα ‘θελα πολύ να σε δω. Μέσα μου ξέρω πως πάντα χαρχαλεύεις στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Δε το παραδέχομαι όμως ποτέ.
Σε μυρίζω…είσαι άραγε κοντά; Με βλέπεις; Με αναγνωρίζεις;
Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2007
Lost
Χάνομαι. Σιγά σιγά χάνομαι απ’ όλους. Δε μου το λένε, όχι. Αλλά το βλέπω στα μάτια τους, τ’ ακούω στη φωνή τους. Δεν καταλαβαίνουν γιατί, ούτε και με ρωτάνε. Το συζητάνε μεταξύ τους, το βλέπω. Κοιτιούνται στα μάτια όταν τους μιλάω, προσπαθούν να δουν αν ισχύει το συμπέρασμα που έβγαλαν. Αλλά δε μου λένε τίποτα, μου λένε άσχετα.
Μπορεί να νομίζουν ότι αρχίζω να ξεφεύγω, να τα χάνω. Έχει νόημα να τους εξηγήσω; Αλλά, τι να τους εξηγήσω; Αφού ούτε και ‘γω ξέρω τι ψάχνω.
Διέξοδο…ναι αυτό είναι…ψάχνω μια διέξοδο. Από τι; Δεν ξέρω. Μια εκτόνωση. Να σπάσει το απόστημα, αυτό θέλω. Ν’ ανακουφιστώ. Να μη σκέφτομαι τόσο. Να μη χρειάζεται να σκέφτομαι τόσο. Να ηρεμήσω. Να προλαβαίνω το χρόνο.
Εσύ; Εσύ προλαβαίνεις το χρόνο; Σίγουρα τον προλαβαίνεις. Αφού τον προλάβαινες εδώ, θα τον προλαβαίνεις κι εκεί.
Γιατί δε μπορώ να ξεκολλήσω απ’ το παρελθόν; Επειδή ήταν και καλά καλύτερο; Δεν ήταν. Απλώς ήταν πιο ασφαλές. Τώρα είναι λίγο πιο ασταθή τα πράγματα. Ασταθή όμως επειδή γκρεμίζονται ή επειδή χτίζονται καινούρια; Δεν ξέρω. Μερικές φορές νιώθω ότι το άνοιγμα που κάνω παραείναι μεγάλο. Ότι το κάνω για ν’ αποδείξω αυτό που έτσι κι αλλιώς φοβάμαι, ότι δηλαδή δε μπορώ. Ότι είμαι για πιο ασφαλή και προσγειωμένα πράγματα. Αν μπορώ όμως;
Δε τους αρέσει, το βλέπω. Αυτή η τάση αποδέσμευσης και απομόνωσης δεν τους αρέσει. Θα με πολεμήσουν με νύχια και με δόντια. Για να με κρατήσουν προσγειωμένη. Μπορούν;
Με ζορίζουν. Γιατί με ζορίζουν τόσο; Τι φοβούνται; Αυτό που υπάρχει από κάτω;
Μπορεί να νομίζουν ότι αρχίζω να ξεφεύγω, να τα χάνω. Έχει νόημα να τους εξηγήσω; Αλλά, τι να τους εξηγήσω; Αφού ούτε και ‘γω ξέρω τι ψάχνω.
Διέξοδο…ναι αυτό είναι…ψάχνω μια διέξοδο. Από τι; Δεν ξέρω. Μια εκτόνωση. Να σπάσει το απόστημα, αυτό θέλω. Ν’ ανακουφιστώ. Να μη σκέφτομαι τόσο. Να μη χρειάζεται να σκέφτομαι τόσο. Να ηρεμήσω. Να προλαβαίνω το χρόνο.
Εσύ; Εσύ προλαβαίνεις το χρόνο; Σίγουρα τον προλαβαίνεις. Αφού τον προλάβαινες εδώ, θα τον προλαβαίνεις κι εκεί.
Γιατί δε μπορώ να ξεκολλήσω απ’ το παρελθόν; Επειδή ήταν και καλά καλύτερο; Δεν ήταν. Απλώς ήταν πιο ασφαλές. Τώρα είναι λίγο πιο ασταθή τα πράγματα. Ασταθή όμως επειδή γκρεμίζονται ή επειδή χτίζονται καινούρια; Δεν ξέρω. Μερικές φορές νιώθω ότι το άνοιγμα που κάνω παραείναι μεγάλο. Ότι το κάνω για ν’ αποδείξω αυτό που έτσι κι αλλιώς φοβάμαι, ότι δηλαδή δε μπορώ. Ότι είμαι για πιο ασφαλή και προσγειωμένα πράγματα. Αν μπορώ όμως;
Δε τους αρέσει, το βλέπω. Αυτή η τάση αποδέσμευσης και απομόνωσης δεν τους αρέσει. Θα με πολεμήσουν με νύχια και με δόντια. Για να με κρατήσουν προσγειωμένη. Μπορούν;
Με ζορίζουν. Γιατί με ζορίζουν τόσο; Τι φοβούνται; Αυτό που υπάρχει από κάτω;
Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2006
Φτάσαμε. Και τώρα τι;
Είμαι μόνη στο δωμάτιο. Σπάνιο αυτό. Κάθε φορά που κλείνει πίσω μου η πόρτα αισθάνομαι ανακούφιση που επιτέλους μένω μόνη με τον εαυτό μου. Η ανακούφιση δυστυχώς κρατά ελάχιστα κι έτσι σύντομα ψάχνω παρέα. Δώρον άδωρο. Ούτε οι άλλοι με ανακουφίζουν. Είναι άλλοι, άγνωστοι, όχι δικοί μου, η μυρωδιά τους μου είναι ξένη.
Ο αρχικός ενθουσιασμός κράτησε πολύ λιγότερο απ’ το αναμενόμενο. Ξεθώριασε ήδη πριν φύγω απ’ την Αθήνα. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα γιατί τελικά ήρθα, τι ακριβώς περιμένω; Όλοι με κοιτούσαν λες κι αυτό το ταξίδι ήταν στη μοίρα μου να γίνει. Δε το νιώθω έτσι – ως τώρα τουλάχιστον. Νιώθω ένα μούδιασμα, κάτι άδειο που κάνει ηχώ – ηχώ που μεταφέρει τις σκέψεις μου μόνο. Είμαι μόνη μου, είναι απίστευτο. Έχω παρέα, γνωρίζω ανθρώπους συνέχεια, αλλά είμαι μόνη μου.
Μου λείπει το σπίτι μου. Δε τολμάω να βάλω τις φωτογραφίες στον τοίχο, φοβάμαι ότι θα με μελαγχολήσουν ακόμη περισσότερο. Μου λείπει. Μου λείπει το άγγιγμά του, η αγκαλιά του, η μυρωδιά του. Η πόλη έχει πολλά πράγματα να κάνεις, αλλά δεν έχω όρεξη για τίποτα. Δε θέλω να κάνω τίποτα και ταυτόχρονα εκνευρίζομαι μ’ αυτή μου την αδράνεια. Είναι αρχή ακόμα. Είναι πολύ νωρίς, σύντομα θ’ αλλάξουν οι ρυθμοί, θέλω να πιστεύω. Σήμερα, μου λέει ο Ρουσλάν, η ζωή είναι σήμερα, εκμεταλλεύσου την, μη σκέφτεσαι χθες και αύριο. Μπορώ άραγε; Κι αν δε σκέφτομαι χθες και αύριο, τότε εγώ τι είμαι; Τι άλλο είμαι, αν όχι το χθες και το αύριο;
Οι μέρες δύσκολα συνηθίζονται. Δεν ξημερώνει ποτέ κανονικά – όλη η μέρα περνάει και δε το καταλαβαίνεις, ο ουρανός είναι σα να ‘ναι συνέχεια απόγευμα. Ξυπνάω απόγευμα, βγαίνω έξω απόγευμα, τρώω πάλι απόγευμα. Ελπίζω κάποια στιγμή να φτιάξει αυτό, μπας και δω επιτέλους λίγο ήλιο.
Είμαι στον τέταρτο και η θέα απ’ το παράθυρο φτάνει πολύ μακριά. Όλα δείχνουν μονίμως πολύ ήσυχα. Απ’ το δρόμο που χαζεύω συνήθως περνάει ένα αυτοκίνητο ανά πεντάλεπτο κι ένας πεζός ανά τέταρτο. Κι είμαι πέντε λεπτά απ’ το κέντρο. Περίεργο. Αυτή η πόλη έχει τόσο κόσμο – πού διάολο είναι όλοι;
Ο αρχικός ενθουσιασμός κράτησε πολύ λιγότερο απ’ το αναμενόμενο. Ξεθώριασε ήδη πριν φύγω απ’ την Αθήνα. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα γιατί τελικά ήρθα, τι ακριβώς περιμένω; Όλοι με κοιτούσαν λες κι αυτό το ταξίδι ήταν στη μοίρα μου να γίνει. Δε το νιώθω έτσι – ως τώρα τουλάχιστον. Νιώθω ένα μούδιασμα, κάτι άδειο που κάνει ηχώ – ηχώ που μεταφέρει τις σκέψεις μου μόνο. Είμαι μόνη μου, είναι απίστευτο. Έχω παρέα, γνωρίζω ανθρώπους συνέχεια, αλλά είμαι μόνη μου.
Μου λείπει το σπίτι μου. Δε τολμάω να βάλω τις φωτογραφίες στον τοίχο, φοβάμαι ότι θα με μελαγχολήσουν ακόμη περισσότερο. Μου λείπει. Μου λείπει το άγγιγμά του, η αγκαλιά του, η μυρωδιά του. Η πόλη έχει πολλά πράγματα να κάνεις, αλλά δεν έχω όρεξη για τίποτα. Δε θέλω να κάνω τίποτα και ταυτόχρονα εκνευρίζομαι μ’ αυτή μου την αδράνεια. Είναι αρχή ακόμα. Είναι πολύ νωρίς, σύντομα θ’ αλλάξουν οι ρυθμοί, θέλω να πιστεύω. Σήμερα, μου λέει ο Ρουσλάν, η ζωή είναι σήμερα, εκμεταλλεύσου την, μη σκέφτεσαι χθες και αύριο. Μπορώ άραγε; Κι αν δε σκέφτομαι χθες και αύριο, τότε εγώ τι είμαι; Τι άλλο είμαι, αν όχι το χθες και το αύριο;
Οι μέρες δύσκολα συνηθίζονται. Δεν ξημερώνει ποτέ κανονικά – όλη η μέρα περνάει και δε το καταλαβαίνεις, ο ουρανός είναι σα να ‘ναι συνέχεια απόγευμα. Ξυπνάω απόγευμα, βγαίνω έξω απόγευμα, τρώω πάλι απόγευμα. Ελπίζω κάποια στιγμή να φτιάξει αυτό, μπας και δω επιτέλους λίγο ήλιο.
Είμαι στον τέταρτο και η θέα απ’ το παράθυρο φτάνει πολύ μακριά. Όλα δείχνουν μονίμως πολύ ήσυχα. Απ’ το δρόμο που χαζεύω συνήθως περνάει ένα αυτοκίνητο ανά πεντάλεπτο κι ένας πεζός ανά τέταρτο. Κι είμαι πέντε λεπτά απ’ το κέντρο. Περίεργο. Αυτή η πόλη έχει τόσο κόσμο – πού διάολο είναι όλοι;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)