Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αν ήταν το άλλοτε άλλη μια φορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αν ήταν το άλλοτε άλλη μια φορά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 5 Σεπτεμβρίου 2011

Missed me?


Ο λαγός είναι ύποπτος. Το σκέφτηκα εξαρχής. Το σκέφτηκα αλλά δεν έκανα τίποτα γι’ αυτό. Γιατί; Γιατί είμαι μαλάκας με τα πράγματα στα οποία δε μπορώ ν’ αντισταθώ. Ένα απ’ αυτά είναι το μωβ. Ο λαγός λοιπόν, που είχε το μέγεθος ας πούμε μεταξύ αγελάδας και πολύ χοντρής αγελάδας, που ήταν τόσο αφύσικα άσπρος και που ακόμα και ο τρόπος που στέκονταν τ’ αυτιά του ήταν ύποπτος, αποφάσισα ότι ήταν άκακος, χάρη στις εκπληκτικές μωβ βούλες που έσπαγαν την ασπρίλα του τριχώματός του.

Λέει ότι εδώ και χρόνια κατοικεί στη δεξιά φλούο πορτοκαλοπρασινοφούξια γόβα μου,  ότι σκεπάζεται με την επίσης δεξιά μου κάλτσα με τα μπλε καρώ, κι ότι είναι αντερκάβα σε μυστική λαγοαποστολή. Αυτό πρέπει έως ένα βαθμό να είναι αληθές, μια που την εν λόγω κάλτσα την έχω χάσει από καιρό, και τις προαναφερθείσες γόβες τις αγόρασα σε μια κρίση ελεκτρο-fashion μανίας και δεν παίζει να τις έχω φορέσει ποτέ σε φάση.

Στη συνέχεια λέει ότι έχει πλήρη εξουσιοδότηση από τους ανωτέρους του (κι εδώ εύχομαι κάπου στο πίσω μέρος του μικρού μου μυαλού να μην είναι μεγαλύτεροι απ’ τον ίδιο) να επιτάξει τα εσώρουχά μου. Και για να δω τι καλός που είναι, λέει ότι δε θα τα επιτάξει όλα. Τα μαύρα θέλει οπωσδήποτε και τα μωβ. Αυτό σημαίνει ότι θα μείνω με ... για να δούμε ... περίπου τρία σετ εσώρουχα. Το πολύ. Τα χρειάζεται λέει, είναι θέμα ζωής και θανάτου. Οι λαγοεπιστήμονες προσπαθούν να δημιουργήσουν ένα καινούριο ύφασμα για εξελιγμένα αερόστατα, τα οποία θα χρησιμοποιήσουν για να δραπετεύσουν απ’ τον πλανήτη. Και θα μου κάνουν την τιμή να επιτάξουν τα δικά μου εσώρουχα για τις μελέτες τους. Επειδή προχτές αποφάσισα να πάρω μέρος στη μάζωξη των ψυχασθενών καρναβαλιστών του Λονδίνου και να παίξω «φύσα τη σφυρίχτρα μέχρι να φτύσεις πνεύμονα». Μάστα.

Επίσης παρακολουθεί τις δραστηριότητές μου μέσα από τη γόβα εδώ και κάποιο διάστημα. Είναι ιδιαιτέρως δυσαρεστημένος με τις ηλεκτρονικές μου αγορές, καθώς και με τα τηλεοπτικά προγράμματα που παρακολουθώ. Αφενός λέει, αυτές οι Αγγλικές αρχαιολογίες που πήγα και ξέθαψα προβλήθηκαν περί μία δεκαετία νωρίτερα. Αφετέρου, το γεγονός ότι χρησιμοποιώ το Άμαζον (το λογαριασμό του οποίου επίσης σκοπεύει να επιτάξει, για το δικό μου καλό) προς  απόκτηση των εν λόγω αρχαιολογιών, καθώς και του πράσινου τισερτίου με τους κεραυνούς, μπορεί να σημαίνει μόνο ένα πράγμα.

Κι εδώ κάπου με χτυπάει η υστερική υστερία, ο πανικόβλητος πανικός, η τρελλή τρέλλα. Του λέω ότι δε με νοιάζει, ότι πάρτα όλα, τα εσώρουχα, το Άμαζον, την κάλτσα και τη δεξιά γόβα, αν θες και τη σφυρίχτρα από το καρναβάλι και το εισητήριο του τγαμ της Λυών, την αφίσα του Johnny και της Florence, τα δαντελωτά γάντια, όλα, αλλά για όνομα του Δία, βγάλε το σκασμό! Σηκώνει το αριστερό αυτί και σχολιάζει ότι η εξέλιξη αυτή είναι πολύ ενδιαφέρουσα. Έχω καταπιεί το σεισμό, έχω λαχανιάσει σα να ‘χω τρέξει μαραθώνιο, και πιάνομαι από το καλώδιο του πιστολακίου. Τι μαλάκας. Το πιστολάκι απογειώνεται από το ράφι παρασέρνοντας μαζί του το μουσικό κουτί, τον Τατή, τον Αιχμάλωτο του Αζκαμπάν, τη σφήκα που σκότωσα προχτές και το στρατιωτικό μπερέ του αδερφιού μου που βούτηξα την τελευταία φορά που τον είδα. Όλα μαζί σκάνε στο κεφάλι μου κι εγώ σκάω στο πάτωμα. Ο λαγός καγχάζει. «Τον έχεις δει πώς είναι; Σαν ... » αυτό μόνο προλαβαίνει να πει πριν συρθώ από τη χαραμάδα της πόρτας και ορμήξω στη σκάλα. Στο δρόμο πέτυχα την Τίρζα την αράχνη που κάποτε κυνηγούσα να σκοτώσω με τις ώρες αλλά πλέον έχω παραιτηθεί. Της λέω ότι αν ξεπαστρέψει το λαγό θα της προσφέρω όλη τη σοφίτα για την υπόλοιπη ζωή της. Το σκέφεται λίγο, φωνάζει το σύζυγο και τα τέκνα (το ένα εκ των οποίων επτάποδο το άμοιρο, ενδεχομένως να του έκοψα το όγδοο πόδι με τη μύτη της ασημί γόβας, δεν είμαι βέβαιη, ήμουν υπό την επήρρεια) και αναλαμβάνουν δράση.  Στο μεταξύ αρπάζω τη βούρτσα της τουαλέτας, κατρακυλάω τις σκάλες κι ορμάω στην κουζίνα ψάχνοντας το κουτί με τις καραμέλες με σκοπό να βουλώσω τ’ αυτιά μου. Εντωμεταξύ η μάχη επάνω μαίνεται, ο σαματάς που κάνουν είναι εκκωφαντικός. Πού και πού ακούω το επτάποδο αραχνοπαίδι («Φάτονα Βρασίδα, φάτονα!») αλλά γενικά ακούω ένα παινδαιμόνιο, τούβλα, πόδια, τρίχες, ιστοί, μωβ βούλες, καδρόνια, σπάηντερμεν και μισό λαγοαυτί κατρακυλούν τις σκάλες και διαλύουν τη στοίβα με την αλληλογραφία του προηγούμενου ενοικιαστή που μαζεύω στωικά και αρνούμαι να πετάξω.

Και ξαφνικά όλα σωπαίνουν. Όλες οι εικόνες εξαφανίζονται. Το μόνο που υπάρχει είναι η Θεία Μουσική που έρχεται από το σαλόνι. Τη σκηνή που παίζει την ξέρω απέξω. Ο Άραγκορν πάει να βρει το στρατό των νεκρών, μαζί με το νάνο και το ξωτικό. Την έχω δει εκατό φορές. Ακούω τι λέει στο σκελετοφάντασμα βασιλιά πριν του το πει. Ακούω τα κρανία να κατακλύζουν τη σπηλιά πριν τα κρανία κατακλύσουν τη σπηλιά. Βλέπω τα πρόσωπά τους χωρίς να τα βλέπω. Κι έχω μείνει στην κουζίνα αλοιφή, με τις καραμέλες και τη βούρτσα της τουαλέτας ανά χείρας, κι όταν πλέον ο λαγός με ενάμισο αυτί ορμάει στην κουζίνα με λεκέδες αίμα και αράχνες-χαλκομανία να σκεπάζουν τις βούλες του, με αρπάζει απ΄το λαιμό και με καρφώνει στο πάτωμα με αβυσσαλλέο μίσος, είναι πλέον πολύ αργά για ν’ αντιδράσω. Γιατί, όπως προείπα, είμαι μαλάκας με τα πράγματα στα οποία δε μπορώ ν’ αντισταθώ.  Κι όπως αποχαιρετώ τη ζωή, το κίτρινο καπάκι του μεταλλικού κάδου που χρησιμοποιώ για κομοδίνο εισέρχεται γκαζωμένο στην κουζίνα σα φρίσμπι και αποκεφαλίζει το λαγό. 

Ανασαίνουμε τώρα. Η πρώτη μου σκέψη είναι ότι, αν καθαριστεί, το άσπρο τρίχωμα με τις μωβ βούλες θα κάνει μια γούνα μούρλια.  Η δεύτερη απορία μου είναι αν το καπάκι είναι ας πούμε ζωντανό ή αν κάποιος το πέταξε. Σηκώνομαι στους αγκώνες και βλέπω στην κουπαστή της σκάλας το επτάποδο, με τα δύο πόδια σταυρωμένα, τσιγαράκι, καπελάκι μαφιόζου χαμογελάκι γαμαωδέρνουλα, να μου κλείνει ένα από τα δε-ξέρω-κι-εγώ-πόσα μάτια του.

Γενικά δε βαριέμαι πάντως.

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Clean cut


Ξυπνώ σε ένα κρεββάτι που δεν αναγνωρίζω, σ’ ένα δωμάτιο που δεν αναγνωρίζω, σ’ ένα σπίτι που δεν αναγνωρίζω. Δεν υπάρχουν πουθενά φωτογραφίες. Δεν υπάρχουν σημειωματάκια στο ψυγείο. Δεν υπάρχουν αφιερώσεις στους καθρέφτες. Η μνήμη του κινητού μου είναι άδεια. Ο φάκελος με τα μηνύματα επίσης. Δεν υπάρχουν γράμματα στα συρτάρια, ούτε ατζέντα με επαφές και υποχρεώσεις. Στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή μου υπάρχει μόνο ένα έγγραφο με μια διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ένα όνομα χρήστη κι έναν κωδικό που δεν αναγνωρίζω. Συνδέομαι και ο φάκελος με τα εισερχόμενά μου είναι άδειος, κι αυτός με τα εξερχόμενα επίσης. Δεν υπάρχουν καταχωρημένες επαφές. Ο φυλλομετρητής μου δεν έχει τίποτα αποθηκευμένο στη μνήμη. Στα έγγραφά μου δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε στις εικόνες μου. Υπάρχουν ρούχα στις ντουλάπες. Πολλά. Ανήκουν σε μια γυναίκα που είτε δεν έχει αποφασίσει ακόμα τι ακριβώς είναι, είτε έχει προνοήσει για παν ενδεχόμενο. Ριγάτα παντελόνια και γιλέκα. Στενά φορέματα και κορσέδες. Κυπαρισσί και μαύρα και ασημί και κόκκινα και λευκά και σκούρα μπλε. Ψηλοτάκουνα μποτάκια και μπαλαρίνες και αθλητικά παπούτσια για τρέξιμο. Μακριές φούστες, μαύρα τζιν, κοντά παλτό και καπαρντίνες. Σάλια και μαντίλια και μαλακά και σκληρά καπέλα. Πλεκτά πουλόβερ, βαμβακερά μπλουζάκια, μεταξωτά πουκάμισα με τριγωνικά μανίκια. Μικρά, κομψά δαχτυλίδια και βραχιόλια και στέκες και κορδέλες. Δεν υπάρχουν αναμνηστικά της παιδικής ηλικίας, κούκλες, αρκουδάκια ή σφηνοτουβλάκια ή τηλεκατευθυνόμενα. Δεν υπάρχουν παλιά σχολικά βιβλία ή τετράδια. Δεν υπάρχει χαρτομάνι ή κάποιου είδους συλλογή από αναμνηστικά ή μη έγγραφα. Δεν υπάρχει πουθενά κανένα ίχνος οποιουδήποτε γραφικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχει κάποιο κουτί η συρτάρι με εισητήρια και αποδείξεις από ταξίδια ή θεάματα. Δεν υπάρχουν αφίσες, κορνίζες ή πίνακες. Το ντουλάπι κάτω από την τηλεόραση, που δεν έχει κανένα κανάλι αποθηκευμένο, είναι γεμάτο ταινίες που άλλες αναγνωρίζω κι άλλες όχι. Η δισκοθήκη είναι γεμάτη με άλμπουμ που άλλα αναγνωρίζω κι άλλα όχι. Δεν υπάρχουν εφημερίδες ή περιοδικά. Δεν υπάρχουν λογαριασμοί ή ημερολόγια. Υπάρχουν όμως βιβλία. Πολλά. Μυθιστορήματα, ιστορικά, βιογραφίες, νουβέλες, δοκίμια, μυθολογίες, ποιήματα, θεατρικά έργα, βιβλία μυστηρίου, από συγγραφείς κλασσικούς και μη, σε πέντε διαφορετικές γλώσσες. Δεν έχω επισκέψεις ποτέ. Το τηλέφωνο δε χτυπάει ποτέ. Δεν υπάρχει πρόγραμμα κανενός είδους. Οι δρόμοι του κόσμου αυτού είναι γνώριμοι, δεν ξέρω όμως γιατί και πρόσωπο δεν αναγνωρίζω κανένα. Ούτε κανείς δείχνει να αναγνωρίζει εμένα. Δεν υπάρχουν μνήμες κανενός είδους στο κεφάλι μου. Δεν επιθυμώ να δω κάποιον. Δεν θυμάμαι κανέναν. Δεν υπάρχει πουθενά πορτοφόλι, μόνο μια κάρτα τράπεζας που μοιάζει καινούρια, σε μια θήκη μαζί μ’ ένα κομματάκι χαρτί με τέσσερα τυπωμένα νούμερα πάνω. Δεν υπάρχουν αποθηκευμένα κάπου χριστουγεννιάτικα στολίδια, αποκριάτικα κοστούμια, ομπρέλες και ξαπλώστρες παραλίας, παιδικά ρουχαλάκια. Δεν έχω να πάω στη δουλειά μου, ή σε κανενός είδους δουλειά. Στο ραδιόφωνο δεν υπάρχουν καταχωρημένοι σταθμοί και όταν το ανοίγω παίζει μόνο παράσιτα. Το σπίτι είναι σε τάξη, πέρα από μικρές πρακτικές λεπτομέρειες. Ένα ζευγάρι παπούτσια δίπλα στην πόρτα, μια τσάντα κρεμασμένη στον καλόγερο, που έχει μόνο σκόρπια χαρτονομίσματα, ένα ζευγάρι γυαλιά και το κλειδί του σπιτιού μέσα, ένα ποτήρι του νερού στον πάγκο της κουζίνας, μία κουβέρτα στον καναπέ, μία κρέμα για τα χέρια στο κομοδίνο. Το μοναδικό ρολόι δεν έχει καμμία ώρα καταχωρημένη για ξυπνητήρι. Στην πρώτη σελίδα κάθε βιβλίου υπάρχουν ίχνη από ένα όνομα σβησμένο, που δε μπορώ να διακρίνω. Μετά από καιρό μόνο, σ’ ένα μικρούλι βιβλιαράκι χωμένο ανάμεσα σε άλλα μεγαλύτερα, ίσα που διακρίνω μια λεξούλα να ξεπροβάλλει δειλά, μισοκρυμμένη, μισοσβησμένη.

Για κάποιο λόγο είμαι βέβαιη ότι όλο αυτό το προκάλεσα εγώ στον εαυτό μου. Απολύτως συνειδητά.

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010



Η Έλενα κατηφόρισε την καταπράσινη πλαγιά με τα αιωνόβια δέντρα. Κανείς δε θυμόταν πότε φυτεύτηκαν, κανείς δε μπορούσε να υπολογίσει πόσω χρονώ μπορεί να ήταν. Έμοιαζαν κάπως υπερβολικά υγιή και ευθυτενή, θα έλεγε κανείς ότι ούτε ο χρόνος ούτε ο καιρός μπορούσαν να τα επηρρεάσουν. Στην όχθη της λίμνης βρήκε το Χάρη και τον άνδρα που είχε φέρει εδώ λίγο καιρό πριν. Με τα μάτια δεμένα και με την καθοδήγηση του Χάρη, ο άνδρας έριχνε βέλη προς ένα στόχο που βρισκόταν στην άλλη όχθη της λίμνης. Δεν έβρισκε ακόμα κέντρο, αλλά, και πάλι, το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό δεδομένης της απόστασης και της έλλειψης εμπειρίας. Ο Χάρης δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την παρουσία της, αλλά η Έλενα άκουσε τη φωνή του στο κεφάλι της «Καλώς την.»

Αφού άδειασε τη φαρέτρα του, ο άνδρας με τα δεμένα μάτια έστρεψε το κεφάλι προς τ’ αριστερά και στάθηκε να αφουγκραστεί. Η Έλενα ήξερε ότι περπατούσε αθόρυβα, ωστόσο ο άνδρας αντιλήφθηκε την παρουσία, έβγαλε την κορδέλα από τα μάτια του και την κοίταξε ανέκφραστος. Η Έλενα χαμογέλασε.

-          Χάρη, μπορώ να τον απασχολήσω για το υπόλοιπο της ημέρας;
-          Αμέ.
-          Ευχαριστώ. Πάμε; έγνεψε στον άνδρα που την ακολούθησε κάπως απρόθυμα και εξακολουθούσε να είναι ανέκφραστος.

Ανέβηκαν την πλαγιά και διέσχισαν το πλάτωμα προς το επιβλητικό πέτρινο κτιριακό συγκρότημα που έμοιαζε να δένει με το τοπίο, πολύ απλά παρόλη την ομορφιά του, πολύ διακριτικά παρά το μέγεθός του. Πέρασαν ξύλινους διαδρόμους, ανέβηκαν μαρμάρινες σκάλες. Η Έλενα κοντοστάθηκε μπροστά σε μια βαριά ξύλινη πόρτα που φάνηκε σα να άνοιξε από μόνη της καθώς την πλησίασε.
-          Έρχεσαι;
Μπήκαν σ’ έναν ενιαίο ψηλοτάβανο χώρο που ήταν αρκετός για να χωρέσει γήπεδο μπάσκετ. Ένα τζάκι σε μέγεθος δωματίου έκαιγε στον τοίχο δεξιά, πλαισιωμένο από βαριές βελούδινες πολυθρόνες, περιστοιχισμένο από αμέτρητα ράφια με βιβλία. Ένα κρεββάτι με ουρανό που θα αρκούσε για να κοιμηθούν δέκα άνθρωποι βρισκόταν στη μέση του χώρου, πιο πέρα μία σκαλιστή ξύλινη τραπεζαρία, στον τοίχο αριστερά κουζίνα και βαριές ξύλινες ντουλάπες. Τρεις τοίχοι ήταν καλυμμένοι με πέτρα και ξύλο. Ο τέταρτος ήταν ένα τεράστιο παράθυρο, από το ταβάνι ως το πάτωμα, που έβλεπε το πλάτωμα, την πλαγιά, τη λίμνη, το δάσος, την κοιλάδα, τα βουνά στο βάθος του ορίζοντα. Η θέα ήταν εκπληκτική. Ο άνδρας έμεινε εμβρόντητος, λουσμένος στο φως του μεσημεριού που πλημμύριζε το χώρο, καθώς συνειδητοποίησε ότι, καθώς το οικοδόμημα ήταν πέτρινο, απλά δε μπορούσε να υπάρχει αυτός ο τεράστιος γυάλινος τοίχος.
 Ή μήπως όχι;
-          Σ’ αρέσει;
-          Έχω βδομάδες να σε δω.
-          Έλειπα.
-         
-          Ο Χάρης είναι εξαιρετικός δάσκαλος.
-          Δεν αναφερόμουν σ’ αυτό.
-          Το ξέρω. Έχεις κάνει εκπληκτική πρόοδο σε πολύ μικρό διάστημα.
-          Προς τα πού οδεύω δεν ξέρω.
-          Θα ήθελα να μιλήσουμε.
-          Μιλάμε.
-          Είχαμε μια συζήτηση με το Συμβούλιο που σε αφορά. Θέλουμε να σου κάνουμε μια πρόταση.
-          Τι πρόταση;
-          Όπως είπα, η εξέλιξή σου είναι εντυπωσιακή, αλλά θεωρώ ότι με βάση τις δυνατότητές σου, δεν έχουμε δει τίποτα ακόμα. Θέλουμε να σε βοηθήσουμε να εκμεταλλευτείς τις δυνάμεις σου στο έπακρο.
-         
-          Πες μου κάτι. Έχω δίκιο να πιστεύω ότι, αν υπάρχει ένα πραγμα που ποθείς περισσότερο από οτιδήποτε, αν υπάρχει που θα έκανες οτιδήποτε προκειμένου να αποκτήσεις, είναι η αιώνια ζωή;
-          ...επίσης θα ήθελα να είμαι ο Χουλκ, η Μέγκαν Φοξ να κόβει φλέβες για πάρτη μου και να τα πίνω με το Νταρθ Βέιντερ κάθε Πέμπτη.
-          Άρα έχω δίκιο.
-          Ναι. Και;
-          Θέλουμε να κάνουμε μια συμφωνία μαζί σου.
-          Θα μου πείτε το μυστικό της αιώνιας ζωής;
-          Κάπως έτσι.
-          Απ’ ό,τι πήρες δως μου και μένα.
-          Μετά απ’ ό,τι έχεις δει και καταφέρει τον τελευταίο καιρό, θα έπρεπε τουλάχιστον να ζυγίσεις την πιθανότητα ότι το εννοώ.
-          Θες να με κάνεις αθάνατο.
-          Ναι. Αυτή είναι η δική μας υπόσχεση.
-          Με αντάλλαγμα;
-          Να ταχθείς με το μέρος μας και να μας βοηθήσεις μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος.
-          Δηλαδή μέχρι πότε;
-          Αυτό δε μπορώ να το ξέρω. Αλλά δεδομένου ότι ο πόλεμος κρατάει ήδη αιώνες, δε θα έλεγα ότι θα τελειώσει σύντομα.
-          Θες να με κάνεις αθάνατο.
-          Ναι.
-          Πώς;
-          Η μετάβαση είναι δύσκολη και χρειάζεται χρόνο. Η αθανασία είναι κόντρα στους νόμους της φύσης. Το σωματικό και ψυχικό σοκ που πρέπει να υποστεί ένας άνθρωπος είναι τεράστιο. Επομένως θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα για να προετοιμάσεις τόσο το σώμα, όσο και το μυαλό σου.
-          Πόσο μεγάλο;
-          Εξαρτάται από τον άνθρωπο. Πιστεύω θα σου πάρει κάποια χρόνια.
-          Για να γίνω αθάνατος.
-          Περίπου. Δε θα είσαι άφθαρτος, αν αυτό εννοείς. Μπορείς να πεθάνεις, αλλά δε θα είναι από φυσικά αίτια, και θα είναι πολύ πιο δύσκολο να σε σκοτώσει κάποιος σε σύγκριση μ’ ένα κανονικό άνθρωπο.
-          Πρακτικά όμως, πώς;
-          Είναι δύσκολο να σου εξηγήσω. Σκέψου το σα μια παρατεταμένη μετάγγιση…
-          …άφθαρτων κυττάρων;
-          Μεταφορικά. Από έναν άλλο αθάνατο.
-          Υπάρχουν αθάνατοι εδώ;
-          Ναι.
-          Πολλοί;
-          Όχι.
-          Εσύ;
-          Ναι.
-          Ήσουν αθάνατη όταν με γνώρισες;
-          Όχι.
-          Κι έγινες στα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν;
-          Δέκα χρόνια μεσολάβησαν για σένα. Για μένα ήταν κάπως διαφορετικά.
-          Πώς;!;
-          Να το συζητήσουμε άλλη ώρα αυτό;
-          Βεβαίως. Γιατί δεν είστε όλοι αθάνατοι; Αφού ξέρετε τον τρόπο, γιατί δε φτιάχνετε ένα στρατό ας πούμε;
-          Η αθανασία δεν προσφέρεται σε όλους. Πρώτον, γιατί δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την απαιτούμενη κράση για τη διαδικασία της μετάβασης. Δεύτερον, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που απλά δεν επιθυμούν την αθανασία.
Τρίτον, η μετάβαση γίνεται από έναν άλλο αθάνατο, ο οποίος δίνει ουσιαστικά ένα ολόκληρο κομμάτι του εαυτού του και παίρνει ένα ολόκληρο κομμάτι του νεοφώτιστου. Οι δύο άνθρωποι αποκτούν πρόσβαση κατά κάποιο τρόπο ο ένας στο μυαλό του άλλου. Μπορούν να αισθανθούν ο ένας τον άλλο ακόμα κι αν βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά. Είναι σα να έχεις ομοζυγωτικό δίδυμο, σα να κουβαλάς ένα άυλο πλάσμα μαζί σου παντού. Σχεδόν. Με τον καιρό μαθαίνουν και οι δύο να το ελέγχουν, αλλά θέλει πολλή επιμονή και εξάσκηση. Επομένως πρέπει ο αθάνατος που θα σε αναλάβει να είναι απόλυτα βέβαιος γι’ αυτό που πάει να κάνει, να μπορεί να σου εμπιστευτεί τη ζωή του.
-          Δηλαδή χτυπάς εσύ, πονάω εγώ.
-          Ναι, γέλασε η Έλενα. Μεταξύ άλλων.
-          Τι άλλων;
-          Δηλαδή μπορεί να έχουμε ταυτόχρονα οργασμό αλλά ο ένας από μας να μην κάνει καν σεξ εκείνη την ώρα.
-          Γουστάρω.
-          Έχει την πλάκα του. Ειδικά αν εκείνη την ώρα σε κυνηγάνε δέκα εκτελεστές να σε χρατσώσουνε.
-          Κοίτα. Αν με δουλεύεις, ήρθε η ώρα να μου το πεις.
-          Θέλω να το σκεφτείς πολύ καλά. Ό,τι και να διαλέξεις, έχεις μία ευκαιρία. Δεν υπάρχει πισωγύρισμα και, κυρίως, θα δεις όλους σου τους αγαπημένους να πεθαίνουν. Κι αυτό είναι κάτι που, λίγο ή πολύ, θα σε καταστήσει ανίκανο να δεθείς ουσιαστικά με οποιονδήποτε θνητό από δω και πέρα. Ακόμα κι αν το επιδιώξεις, ο πόνος θα σε απωθήσει, θα κάνει οποιαδήποτε σχέση σου να μοιάζει προδιαγεγραμμένη.  
-          Θα με κάνεις αθάνατο.
-          Αυτό είναι το σχέδιο, ναι.
-          Μπορώ να διαλέξω ποιος αθάνατος θα με αναλάβει;
-          Δε θυμάμαι να έχει συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Αλλά πάντα υπάρχει μια πρώτη φορά.
-          Ωραία. Δε θέλω να είσαι εσύ.
-          Μαζί σου. Ούτε εγώ θέλω να είμαι εγώ.
-          Όμορφα.
-          Δε μου είπες, σου αρέσει το δωμάτιό μου;

Πέμπτη 25 Μαρτίου 2010

Crash boom bang

Η μελαψή γυναίκα με το τετράγωνο πρόσωπο και τα αυστηρά χαρακτηριστικά κοίταξε επιτιμητικά την κοκκινομάλλα με το λευκό δέρμα και τα βιολετί μάτια.
- Θα το φας το κεφάλι σου.
- Έλα μωρέ, πώς κάνεις έτσι; Δεν έγινε και τίποτα.
- Τι λες παιδάκι μου; Θα μπορούσε να είχε καταστραφεί όλη η κοινωνία, το καταλαβαίνεις;
- Άντε καλέ, υπερβολές. Ένα μικρό κολπάκι ήταν, έτσι, για εντυπωσιασμό.
- Άμα ήθελες να κάνεις ένα μικρό κολπάκι για εντυπωσιασμό, ας έβγαζες ένα λαγό από ένα καπέλο. Δε χρειαζόταν να στείλεις μετεωρίτες σε τρεις ηπείρους.
- Μα αφού ήθελα να με προσέξει!
- Έλα, αλήθεια; Πες μου έτσι καλέ να καταλάβω. Και; Σε πρόσεξε; έκανε η μελαψή τύπισσα με εντελώς ειρωνικό ύφος.
Η κοκκινομάλλα αναστέναξε και τίναξε πίσω τα σγουρά μαλλιά της.
- Δε ξέρω.
Η μελαψή γυναίκα ξέσπασε σ’ ένα κακιασμένο γέλιο.
- Μη γελάς τον άξονα της γης μου γαμώ. Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω.
- Ο Από Πάνω τι είπε;
- Τι να πει μωρέ κι αυτός ο ακατοίκητος; Άσε με ήσυχη. Εδώ αλωνίζουν ελεύθερα άλλοι κι άλλοι, με τα μετεωριτάκια μου θα κάτσει ν’ ασχοληθεί;
- Ακούστε κόσμε τη γουρούνα. Πέθαναν άνθρωποι ρε ξεσκέπαστο, το καταλαβαίνεις;
- Άνθρωποι; Ε και; Αφού συνέχεια γεννιούνται καινούριοι, είπε με ειλικρινή αφέλεια η κοκκινομάλλα, που αδυνατούσε να συνειδητοποιήσει ότι ίσως να είχε κάνει κάτι λάθος.
Η μελαψή γυναίκα αναστέναξε με ύφος πλήρους παραίτησης και αμέσως μια σπίθα πέρασε από τα μάτια της.
- Πώς ήταν;
Το πρόσωπο της κοκκινομάλλας έλαμψε από χαρά.
- Καλά κοπελιά, όχι να το παινευτώ, αλλά ήταν το αριστούργημά μου. Ήταν μεγαλειώδες, πολύβουο, καταστροφικό. Χαμός έγινε.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

- Έλενα
- …
- Έλενα.
- Τι έγινε;
- Ξύπνα. Έχουν περάσει δυο μέρες.
- Κιόλας;
- Κιόλας.
- Πού είναι;
- Έχει φρικάρει, Έλενα. Το μυαλό του δεν ξέρω αν μπορεί να αντέξει.
- Το μυαλό του μπορεί να αντέξει πολλά περισσότερα.
- Δε βουτάς έτσι έναν άνθρωπο από τη ζωή του και ξαφνικά του λες ότι όλος του ο κόσμος δεν είναι παρά ένα παραπέτασμα.
- Το υποψιαζόταν ήδη. Εδώ και καιρό. Ήξερε ότι υπάρχει κάτι άλλο εκεί έξω. Και βασανιζόταν.

Η Έλενα ανασηκώθηκε και ψαχούλεψε τα τσιγάρα της. Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο τεράστιο παράθυρο απέναντι από το κρεβάτι της. Ο αέρας λυσσομανούσε έξω και τα κλαδιά των αιωνόβιων δέντρων χόρευαν στο ρυθμό του. Η λίμνη έμοιαζε να έχει ασήμι στην επιφάνειά της και ο τεράστιος πέτρινος τοίχος στο βάθος του ορίζοντα ήταν το μόνο πράγμα που έμοιαζε σταθερό.
Ξεφύσηξε τον καπνό και θυμήθηκε τι έγινε δυο βράδια πριν.

Περασμένα μεσάνυχτα στο βρεγμένο βρώμικο πλακόστρωτο. Ένας άντρας περπατάει αδιαφορώντας για τη βροχή. Η Έλενα τον παρακολουθούσε κρυμμένη στην πέτρινη κόχη της γέφυρας. Ήταν έξαλλη. Ο άντρας έπρεπε να είναι στο Βερολίνο εδώ και δύο μέρες. Δεν ήταν όμως. Ήταν ακόμα εκεί και περιφερόταν στους βρεγμένους δρόμους μόνος του. Η Έλενα βαθιά μέσα της φθόνησε την άγνοιά του και αναρωτιόταν αν η απόφασή της να του αποκαλύψει την αλήθεια ήταν κατά βάθος εγωιστική και άδικη. Δεν πρόλαβε να το σκεφτεί για πολύ. Μια μαυροντυμένη φιγούρα φάνηκε στο πλακόστρωτο και κατευθύνθηκε προς το μοναχικό άντρα. Η Έλενα είδε αμέσως την ασημένια λάμψη του μαχαιριού που είχε τραβήξει λίγα εκατοστά από τη θήκη του. Κατέβασε την κουκούλα, έκρυψε το πρόσωπό της, τράβηξε το σπαθί που έκρυβε κάτω από το μανδύα και του έφραξε το δρόμο. Ο Κυνηγός δεν περίμενε κάτι τέτοιο και μάλλον αιφνιδιάστηκε – είχε θεωρήσει ότι η δουλειά θα ήταν σχετικά απλή. Η θέα του βαθυκόκκινου μανδύα τον ανησύχησε, αλλά σκέφτηκε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε έναν από αυτούς. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα το κεφάλι του έπεφτε στο πλακόστρωτο, λίγο μακρύτερα από το σημείο που στεκόταν εμβρόντητος ο μοναχικός άντρας. Η Έλενα έβαλε το σπαθί στη θήκη του και τον πλησίασε.
- Γιατί δεν είσαι στο Βερολίνο; ρώτησε ψιθυρίζοντας.
- Δεν…Τι; Τι ήταν αυτό;
- Κυνηγός. Εκτελεστής. Και ερχόταν για σένα.
- Ερχόταν…να με σκοτώσει;
Η Έλενα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
- Ίσως θα έπρεπε να τον είχες αφήσει να το κάνει.
- Μη μου αρχίσεις πάλι τα αυτοκαταστροφικά σου, σε παρακαλώ.
- Πάλι; Γνωριζόμαστε;
Καμμία απάντηση.
- Τον αποκεφάλισες.
- Πράγματι.
- Τι είσαι; Τι είδους άνθρωπος κουβαλάει σπαθί νυχτιάτικα και αποκεφαλίζει κόσμο;
Η Έλενα σήκωσε τη βαριά κουκούλα από το πρόσωπό της.
- Δεν είναι δυνατόν!!! πισωπάτησε έντρομος.
- Λυπάμαι που συνέβη αυτό. Πραγματικά προσπάθησα να έρθω σε επαφή πάρα πολλές φορές μαζί σου με πολύ πιο ήπιο τρόπο. Αλλά ποτέ δε με άφησες. Ίσως να χρειαζόταν ένα τέτοιο δραστικό γεγονός για να καταλάβεις ότι πρέπει να δώσεις λίγη παραπάνω σημασία σε ό,τι έχω να πω. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν έπρεπε να είσαι εδώ. Γι’ αυτό ξαναρωτάω: γιατί δεν είσαι στο Βερολίνο;
Δεν πήρε απάντηση. Τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια μ’ έναν τρόπο τόσο έντονο που του προκάλεσε ναυτία. Έπειτα είπε:
- Ώστε έτσι λοιπόν. Είναι ώρα να επισκεφθούμε την αγαπημένη σου σύζυγο νομίζω.
Τρόμος ζωγραφίστηκε στα μάτια του, αλλά παρ’ όλ’ αυτά βρήκε τη δύναμη να ρωτήσει:
- Πώς το έκανες αυτό;
- Αν θέλεις, θα σου δείξω.
- Πώς να διαβάζω τη σκέψη ή πώς να αποκεφαλίζω κόσμο;
- Ας ελπίσουμε ότι θα μάθεις και τα δύο και πολλά ακόμα.
- Τι είσαι;
- ...
- …γιατί εμένα;
- Γιατί αν είσαι αυτός που νομίζω…
- Ποιος νομίζεις ότι είμαι;
Η Έλενα χαμογέλασε.
- Είσαι μελαγχολικός άνθρωπος. Σκοτεινός. Πάντα ανικανοποίητος. Πάντα ανήσυχος. Από πού πηγάζει αυτό; Πηγάζει από την ενδόμυχη πίστη σου ότι υπάρχουν πολλά πράγματα στον κόσμο που τα νιώθεις αλλά δε μπορείς να τα αγγίξεις. Αισθάνεσαι τις αύρες να σε διαπερνούν και ξέρεις ότι κάτι γίνεται, αλλά δε μπορείς να το δεις ή να το προσδιορίσεις. Και πράγματι. Υπάρχουν πράγματα που συμβαίνουν στο περιθώριο αυτού του κόσμου και πολλά απ’ αυτά είναι σημαντικά…αυτά θα σου δείξω. Και γι’ αυτά θα σου ζητήσω να πολεμήσεις.
- Δε μπορεί να πιστεύεις ότι θα πολεμήσω για οτιδήποτε.
- Κι όμως…μόλις καταλάβεις τι πράγματα είσαι ικανός να κάνεις…θα θελήσεις από μόνος σου να πολεμήσεις, πριν στο ζητήσω εγώ.
- Τι εννοείς;
- Φτάσαμε.
- Πώς ξέρεις πού μένω;
- Δεν ξέρω πού μένεις. Εσύ ξέρεις πού μένεις, ακολουθώ τις εικόνες που εσύ έχεις στο μυαλό σου.
Ψαχούλεψε τα κλειδιά του και προσπάθησε να σκεφτεί ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό όταν ξύπνησε το πρωί. Η φαντασία του κάλπαζε, αλλά ποτέ δεν πίστεψε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε. Παραιτήθηκε από την προσπάθεια να ξεκλειδώσει και απλά χτύπησε την πόρτα. Όταν η πόρτα άνοιξε, δεν πρόλαβε να μιλήσει.
- Γειά σου Ζωή, είπε η Έλενα.

- Γεια σου Έλενα, είπε η Ζωή.
Έλενα; αναρωτήθηκε εκείνος. Έλενα; Γιατί δε τη φωνάζει με το κανονικό της όνομα; Και, πάνω απ’ όλα, πώς είναι δυνατό να γνωρίζονται οι δυο τους;

- Μπορείς να γυρίσεις πίσω όποτε το θελήσεις, Ζωή.
Μια σκιά πέρασε από τα μάτια της Ζωής και ρυτίδες φάνηκαν στο πρόσωπό της.
- Όχι. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός μου. Έχω δει πάρα πολύ πόνο και θάνατο. Δε γυρίζω πίσω.
Η Έλενα την κοίταξε. Δεν της απάντησε γιατί κάπου μέσα της ήξερε ότι ίσως η Ζωή είχε δίκιο. Γύρισε σ' εκείνον.
- Πρέπει να φύγουμε. Θα σε περιμένω έξω.

Δυο μέρες μετά, η Έλενα χάζευε έξω από το παράθυρο και προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι έκανε τη σωστή επιλογή. Ο Χάρης καθόταν ακόμα στην πόρτα. Η Έλενα ήξερε πολύ καλά τι περίμενε να ακούσει, αλλά δεν ήταν σε θέση να του το πει.