Παρασκευή 24 Μαρτίου 2006

Σκηνή 3: 2 μήνες μετά

Χθες κλείσαμε δυο μήνες εδώ. Μου φαίνεται σα να ‘χει περάσει κανας χρόνος από τότε που ήμουν στην Ελλάδα. Νιώθω πλήρης ξανά – μετά από πολύ καιρό. Την τελευταία εβδομάδα η σχολή έχει απεργίες – & έτσι κάνουμε διακοπές. Για την ακρίβεια κάνουμε λίγο περισσότερο διακοπές απ’ ό,τι πριν.

Νομίζω ότι ο χειμώνας τελείωσε. Ο καιρός γλύκανε & επιτέλους βλέπω όλο αυτό τον κόσμο που αναρωτιόμουν πού ήταν τόσο καιρό. Τα βράδια έχει πολύ κόσμο έξω – ο καιρός ανεβάζει λίγο & τη διάθεση νομίζω. Των άλλων δηλαδή, γιατί εγώ δεν έχω βάλει κώλο κάτω ούτως ή άλλως τόσο καιρό. Το πρόγραμμά μου έχει αραχνιάσει πλέον – ό,τι κάνω είναι απόφαση της στιγμής – ή σχεδόν. Αδιανόητο μου φαίνεται. Κοιμάμαι ό,τι ώρα να ‘ναι, ξυπνάω ό,τι ώρα να ‘ναι, βγαίνω χωρίς να έχω αποφασίσει από πριν πού θα πάω & γυρνάω ό,τι ώρα να ‘ναι.

Πέμπτη 9 Μαρτίου 2006

Και όμως...

Λοιπόν έχω ν’ ανακοινώσω ότι τα ‘χω βρει μια χαρά εδώ & ότι δεν πάω σπίτι μου φέτος!

Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2006

Φτάσαμε. Και τώρα τι;

Είμαι μόνη στο δωμάτιο. Σπάνιο αυτό. Κάθε φορά που κλείνει πίσω μου η πόρτα αισθάνομαι ανακούφιση που επιτέλους μένω μόνη με τον εαυτό μου. Η ανακούφιση δυστυχώς κρατά ελάχιστα κι έτσι σύντομα ψάχνω παρέα. Δώρον άδωρο. Ούτε οι άλλοι με ανακουφίζουν. Είναι άλλοι, άγνωστοι, όχι δικοί μου, η μυρωδιά τους μου είναι ξένη.
Ο αρχικός ενθουσιασμός κράτησε πολύ λιγότερο απ’ το αναμενόμενο. Ξεθώριασε ήδη πριν φύγω απ’ την Αθήνα. Κάποια στιγμή αναρωτήθηκα γιατί τελικά ήρθα, τι ακριβώς περιμένω; Όλοι με κοιτούσαν λες κι αυτό το ταξίδι ήταν στη μοίρα μου να γίνει. Δε το νιώθω έτσι – ως τώρα τουλάχιστον. Νιώθω ένα μούδιασμα, κάτι άδειο που κάνει ηχώ – ηχώ που μεταφέρει τις σκέψεις μου μόνο. Είμαι μόνη μου, είναι απίστευτο. Έχω παρέα, γνωρίζω ανθρώπους συνέχεια, αλλά είμαι μόνη μου.

Μου λείπει το σπίτι μου. Δε τολμάω να βάλω τις φωτογραφίες στον τοίχο, φοβάμαι ότι θα με μελαγχολήσουν ακόμη περισσότερο. Μου λείπει. Μου λείπει το άγγιγμά του, η αγκαλιά του, η μυρωδιά του. Η πόλη έχει πολλά πράγματα να κάνεις, αλλά δεν έχω όρεξη για τίποτα. Δε θέλω να κάνω τίποτα και ταυτόχρονα εκνευρίζομαι μ’ αυτή μου την αδράνεια. Είναι αρχή ακόμα. Είναι πολύ νωρίς, σύντομα θ’ αλλάξουν οι ρυθμοί, θέλω να πιστεύω. Σήμερα, μου λέει ο Ρουσλάν, η ζωή είναι σήμερα, εκμεταλλεύσου την, μη σκέφτεσαι χθες και αύριο. Μπορώ άραγε; Κι αν δε σκέφτομαι χθες και αύριο, τότε εγώ τι είμαι; Τι άλλο είμαι, αν όχι το χθες και το αύριο;

Οι μέρες δύσκολα συνηθίζονται. Δεν ξημερώνει ποτέ κανονικά – όλη η μέρα περνάει και δε το καταλαβαίνεις, ο ουρανός είναι σα να ‘ναι συνέχεια απόγευμα. Ξυπνάω απόγευμα, βγαίνω έξω απόγευμα, τρώω πάλι απόγευμα. Ελπίζω κάποια στιγμή να φτιάξει αυτό, μπας και δω επιτέλους λίγο ήλιο.

Είμαι στον τέταρτο και η θέα απ’ το παράθυρο φτάνει πολύ μακριά. Όλα δείχνουν μονίμως πολύ ήσυχα. Απ’ το δρόμο που χαζεύω συνήθως περνάει ένα αυτοκίνητο ανά πεντάλεπτο κι ένας πεζός ανά τέταρτο. Κι είμαι πέντε λεπτά απ’ το κέντρο. Περίεργο. Αυτή η πόλη έχει τόσο κόσμο – πού διάολο είναι όλοι;

Κυριακή 22 Μαΐου 2005

Δρόμο τώρα!

Οι σκέψεις μου είναι πάλι ένα κουβάρι & εγώ πάλι προσπαθώ να τις βάλω σε τάξη. Αρχίζω & σκέφτομαι τελικά πως μάταια σχεδιάζω τη ζωή μου, αφού, μέχρι τώρα τουλάχιστον, είναι μαθηματικά αποδεδειγμένο ότι τα πράγματα δεν έρχονται ποτέ όπως τα θέλω. Δεν ξέρω τελικά αν η δική μου προσπάθεια είναι λάθος ή αν είναι ήδη καθορισμένα όλα & όσο & να σκοτωθώ εγώ δεν πρόκειται ν’ αλλάξει τίποτα. Δε μ’ αρέσει αυτό το τελευταίο και βάζω τα δυνατά μου ώστε ν’ αποδειχτεί λάθος. Γιατί δε φαντάζομαι μεγαλύτερη δυστυχία απ’ την ψυχρή συνειδητοποίηση ότι όλα σ’ αυτή τη ζωή είναι προκαθορισμένα. Αν είναι έτσι, τότε εμείς τι διάολο κάνουμε εδώ; Τι ψάχνουμε να βρούμε;

Ανοησίες σκέφτομαι. Απλά έχω λίγο πανικοβληθεί γιατί ποτέ δε χρειάστηκα να κάνω τόσο μακροπρόθεσμα σχέδια. Τώρα που θα φύγω όμως αναγκάζομαι. Είναι φοβερό πώς οι περιστάσεις σε αλλάζουν από τη μια στιγμή στην άλλη.

Εντάξει. Αντικειμενικά τώρα. Δε νομίζω ότι κάνω εγώ για τέτοια πράγματα. Δε μπορώ όμως και να μη το κάνω. Τι μ’ έχει πιάσει; Όλοι οι άλλοι κοπροσκυλιάζουν απ’ το πρωί ως το βράδυ. Ζήλεψα λίγο. Όταν το έκανα όμως, τότε δε μ’ άρεσε. Τι μου συμβαίνει γιατρέ; Έχω αρχίσει να τα χάνω μάλλον. Μα είμαι τόσο νέα!

Σάββατο 13 Μαρτίου 2004

'Οχι άσπρα όταν προβλέπονται δηλώσεις

Κατ’ αρχήν κάνει ζέστη. Γιατί; Έφυγα με παλτό το πρωί από το σπίτι και τώρα θέλω μια μπανιέρα να πέσω μέσα. Κοντεύω να κλείσω δίωρο στο καφέ, αλλά αρνούμαι σθεναρά να εγκαταλείψω την πολυθρόνα στην οποία έχω λιώσει.
Δεύτερον πίνω ένα παγωμένο τσάι το οποίο αρχικά ήταν απαίσιο αλλά τώρα αρχίζει να μ’ αρέσει.
Τρίτον, αρνούμαι να βγάλω τα γυαλιά, δεν έχω καμμιά διάθεση να δω το χάλι στο οποίο έχουν περιέλθει τα μάτια μου. Έτσι, κάθομαι απλώς δίπλα στο παράθυρο ανεβάζοντας την παράσταση ‘αξιοπρεπής κατάθλιψη’ στον τύπο απέναντι, ο οποίος δε λέει να ξεκολλήσει απ’ το laptop.

Το ηθικό δίδαγμα της χθεσινής μέρας είναι ότι δεν ξανακάνω βαρύγδουπες δηλώσεις σε δημόσιο χώρο και δη σε γυναίκες, μια που πλέον ουδεμία ενδιαφέρεται για τις επιδράσεις των αυθόρμητων αντιδράσεων στον κοινωνικό μας περίγυρο, εκτός αν πίνουμε καφέ στους Μηχανολόγους. Τσίρκο.

Είχαμε μόλις τελειώσει την εξεταστική αλλά καμμιά δεν πανηγύριζε. Αυτό εξηγείται εν μέρει από το γεγονός ότι καμμία δεν έδωσε στην εξεταστική την προσήκουσα σημασία &, ακόμα χειρότερα, δε νοιώθει ενοχές γι’ αυτό. Εν πάσει περιπτώσει, λιώναμε μοιρασμένες σε δυο καναπέδες, σχολιάζοντας την πίσω κίνηση των τύπων που περιμένανε στη στάση απ’ έξω, εκτός από τη γάτα, που αρνείται επιδεικτικά να πάρει μέρος σε τέτοιες αξιολογήσεις, μια που είχε άλλες απορίες, υπαρξιακές, του τύπου στα πόσα ραντεβού θα δεχτεί να πάει στο σπίτι του γάτου και αν η κρέμα αβοκάντο είναι προτιμότερη από την, ξέρω ‘γω, δεντρολίβανο. Το ρακούν είχε λοιπόν την εξαιρετική έμπνευση, για ν’ αλλάξει θέμα, να με ρωτήσει τι κάνω και πού είναι ο ιππότης μου.

Καταστροφή. Της Στεφανίας κόντεψε να της πέσει ο καπουτσίνο από τα χέρια, φορούσε και άσπρα, χάλια θα γινόταν. Η γάτα ξέχασε τις κρέμες και τα ραντεβού και με κοίταξε σα χαμένη. Το ρακούν με το κουτάλι που είχε ξεμείνει στο χέρι της άρχισε να χειρονομεί προς όλες τις κατευθύνσεις, μη βρίσκοντας επαρκείς λέξεις να περιγράψει πόσο χαζή μπορεί να είμαι και τι δουλειά έχω σ’ αυτό το μέρος μαζί τους ενώ αλλού έπρεπε να βρίσκομαι και συγκεκριμένα στο επίνειο της Αθήνας κουνώντας άσπρα μαντίλια σαν ηρωίδα του Ξανθόπουλου. Ήμουν σίγουρη ότι θα αντιδρούσαν έτσι, οπότε παρέμεινα απαθής με το βλέμμα καρφωμένο στο απόλυτο και πλήρες κενό. Το κυρίως σόου βέβαια άρχισε αργότερα όταν αρχίσανε να ρωτάνε τις λεπτομέρειες του αποχωρισμού. Το κενό είχε 48 μαύρες βούλες. Κάπου ένιωσα τη διάθεση να τους πω ότι ο αποχαιρετισμός ξεκίνησε μ’ έναν ομηρικό καυγά και κατέληξε σε άγριο ολονύχτιο σεξ, αλλά αρκέστηκα στο να τις κοιτάξω μια-μια και να τους πω απλά ότι δεν έγινε αποχαιρετισμός. Σαν ταρίφας που του παίρνεις την προτεραιότητα, το ρακούν μου ρίχνει ένα βλέμμα, μα ένα βλέμμα, της πέφτει τελικά και το κουτάλι. Ακολούθησε ένας πεντάλεπτος καταιγισμός σχολίων για το άτομο μου, του οποίου η σούμα – ανακοινωθείσα από την Κάτια με τα χέρια στη μέση, σα στάμνα – ήταν ότι ο όρος ‘περίεργο πλάσμα’ που μου αποδίδεται ωχριά μπροστά στην πραγματικότητα και ότι αν όλες οι γυναίκες σκέφτονταν, ή ακομα χειρότερα δρούσαν σαν εμένα, τότε η Εύα θα ήταν η τελευταία & ότι έτσι που πάω σίγουρα θα κάνω καριέρα γιατί αποκλείεται να κάνω οτιδήποτε άλλο σ’ αυτή τη ζωή & πού πήγαν και με βρήκαν και άλλα πολλά εμπριμέ. Το ύφος της ήταν αδιαμφισβήτητα καταδικαστικό χωρίς κανένα περιθώριο απολογίας και αναρωτήθηκα τι θα ‘κανα χωρίς αυτά τα παιδιά που είχα φτάσει να τα θεωρώ οικογένεια. Έβαλα τα γέλια.

Νομίζω ότι είχα να ρίξω τόσο γέλιο από τότε που η λεσβία την έπεσε στη γάτα. Αποθέωση. Τα γέλια βέβαια κόπηκαν απότομα όταν η κοκκινομάλλα φίλη μου είχε και δεύτερη έμπνευση να μου βγάλει τα γυαλιά. Μάλλον δε βλεπόμουνα. Το επιστέγασμα της γνωμάτευσης ήταν ότι η ΑΜ έχει δίκιο να με θεωρεί ψυχασθενή & εκεί έκλεισε το όλο θέμα. Για την υπόλοιπη ώρα σχολιάζαμε το χρώμα των καναπέδων, την ποιότητα του οδοστρώματος, και την πολιτική του Κωστάκη σχετικά με το σχέδιο Ανάν.