Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Βρουμ βρουμ


Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, μουτζουρώνω. Η ίδια δουλειά εδώ και βδομάδες. Δε μ’ αρέσει τίποτα. Μισώ τη συννεφιά, την υγρασία, το γραφείο και όλο τον κόσμο και μένα μαζί. Προσπαθώ να διοχετεύσω την οργή δημιουργικά. Στη δουλειά, στο δωμάτιό μου, στα γραφτά μου. Αλλά γίνεται αυτό; Δε ξέρω. Αγοράζω ξανά ρούχα και βάφω ξανά τα μαλλιά μου και τρέχω ξανά στο γυμναστήριο. Δεν αλλάζει τίποτα. Ή μήπως αλλάζει κάτι;

Βγαίνω έξω, μιλάω, χορεύω, φωνάζω. Πίνω. Πολύ. Το κεφάλι μου γίνεται σβούρα και γελάω υστερικά και τρεκλίζω στα ψηλά τακούνια μου. Για έναν άνθρωπο με το δικό μου σωματότυπο δεν είναι δύσκολο να φανώ προκλητική. Υπάρχουν στιγμές που με κοιτάνε όλοι. Άλλες φορές μ’ αρέσει η προσοχή κι άλλες ψάχνω να βρω ό,τι πιο αδιάφορο και ουδέτερο υπάρχει στη ντουλάπα μου, ώστε να μη με προσέξει κανείς.

Όταν πίνω ο κόσμος αλλάζει. Μεταμορφώνεται σε μια εθνική οδό που τα αυτοκίνητα τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Σε σωματίδια που εκρήγνυνται στο διάστημα. Στο χάος που επικρατεί σ’ ένα χρηματιστήριο. Στον πανικό ενός γραφείου εφημερίδας. Τα πάντα τρέχουν και τρέχω κι εγώ μαζί. Ποτά, κουβέντες, ρυθμοί, φώτα, τσιγάρα, πρόσωπα, χορός. Όλα γίνονται ταυτόχρονα. Όλα θέλω να τα κάνω ταυτόχρονα. Και όταν γυρίσω σπίτι τα πάντα χορεύουν μες το κεφάλι μου. Θυμάμαι πράγματα που έχω θάψει από καιρό, ανθρώπους που έχω ξεχάσει, μέρη και κουβέντες και εικόνες που έχω διαγράψει από τη μνήμη μου. Λυπάμαι λίγο. Χαίρομαι λίγο. Αρπάζω το τηλέφωνο για να συνδέσω μια φωνή με τις ξεχασμένες μνήμες. Κοιτάω το όνομα στην οθόνη. Το βάζω στο αθόρυβο και θάβομαι κάτω από το πάπλωμα.

Και μέσα από τον ίλιγγο της μέθης έρχεται η αδράνεια. Η τρομερή ησυχία. Τα πάντα όλα βγάζουν το σκασμό. Με αγκαλιάζει σφιχτά, δε μ’ αφήνει να φύγω. Αλλά δε δυσανασχετώ. Παραδίνομαι απόλυτα και κοιμάμαι για δεκατέσσερις ώρες.

Με αποδέχομαι σιγά σιγά. Μπορεί. Μπορεί και όχι.

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2011

one day the animals will rule the world

Από μια φοβερή σύμπτωση (φίδια - το προσχεδιάσαμε το έγκλημα), το Ρακούν και το Πάντα βρίσκονται εδώ και ένα εξάμηνο στην Αγγλία, μένουν στο ίδιο σπίτι και δουλεύουν στο ίδιο γραφείο. Πανηγύρι.

Το Πάντα έμαθε μια βλαχούρικη παραλλαγή του "yes", aka "yarp" την οποία επαναλαμβάνει σαν υπνωτισμένη όλη την ώρα. Επίσης το Πάντα πληροφορήθηκε την ύπαρξη αυτού του πλάσματος. Η ανακάλυψη αυτή συντάραξε το είναι μου σε βαθμό που ετοιμάζομαι α) να κλέψω ένα γούμπατ από το ζωολογικό κήπο ή, αν το ιδιοφυές σχέδιο αυτό αποτύχει (που αποκλείεται) να δωροδοκήσω έναν Άγγλο τουρίστα που επισκέπτεται την Αστραλjία, να το χώσει σε μια βαλίτσα, να το εισάγει στη χώρα και να μου το χαρίσει. Στη συνέχεια θα το ονομάσω Wolfgang, καθότι θεωρώ ότι αυτό είναι το πλέον τρισμέγιστο όνομα, αν βέβαια είσαι γούμπατ.

Στο πλαίσιο της παραπάνω παράνοιας, καθώς και της παράνοιας που επικρατούσε στο γραφείο σήμερα γενικώς, εξελίχθηκε η κάτωθι ανταλλαγή τηλεπιστολών (ψψψψ...)

From: Raccoon (mavromatikus@nocturnal_mammals_rule.com) 
To: Panda (zzzzzzzz@eucalyptus_is_not_for_smoking.com)
Subject: Γουλφ

Δεν πας να πάρεις λίγο αέρα?? Σε λίγο θα απαντάς με γουλφ….

From: Panda (zzzzzzzz@eucalyptus_is_not_for_smoking.com)
To: Raccoon (mavromatikus@nocturnal_mammals_rule.com) 

Subject: RE: Γουλφ

Yarp yarp yarp yarp yarp yarpo yarp yarp!!!!!!
Yarp.

From: Raccoon (mavromatikus@nocturnal_mammals_rule.com) 
To: Panda (zzzzzzzz@eucalyptus_is_not_for_smoking.com)
Subject: Γουλφ

Γυρίιισατε?  Τι θέλετε να σας κάνω πείτε μου!

From: Panda (zzzzzzzz@eucalyptus_is_not_for_smoking.com)
To: Raccoon (mavromatikus@nocturnal_mammals_rule.com) 

Subject: RE: Γουλφ

Wo-wo-wo-wo-wo-woooooooooombat wombat wombat wombat wombat wombat wombat.
Θες να γράψεις ένα ποστ για το μπλογκ γιατί δεν προλαβαίνω;

From: Raccoon (mavromatikus@nocturnal_mammals_rule.com) 
To: Panda (zzzzzzzz@eucalyptus_is_not_for_smoking.com)
Subject: Γουλφ

Αχαχαχαχαχα θα γελάσει ο  κάθε πικραμένος…

From: Panda (zzzzzzzz@eucalyptus_is_not_for_smoking.com)
To: Raccoon (mavromatikus@nocturnal_mammals_rule.com) 

Subject: RE: Γουλφ

Wolfgang the wombat με γερμανική πγοφογά.
Μαλάκα γελάω από μέσα μου.

From: Raccoon (mavromatikus@nocturnal_mammals_rule.com) 
To: Panda (zzzzzzzz@eucalyptus_is_not_for_smoking.com)
Subject: Γουλφ

Das ist Spitze!

From: Panda (zzzzzzzz@eucalyptus_is_not_for_smoking.com)
To: Raccoon (mavromatikus@nocturnal_mammals_rule.com) 

Subject: RE: Γουλφ

Ναι, ναι, τι να πεις, όλα για τον άνθρωπο είναι.


Τρίτη 1 Φεβρουαρίου 2011

Σκέψεις χαμένες στον ίδιο χρονοχώρο, με όλες τις υπόλοιπες και όμως ξεχωρίζουν..."Τι θα συμβεί αλήθεια αν τελικά δεν είμαι αυτός που νομίζουν;" Ή χειρότερα "τι θα συμβεί αν τελικά ΕΙΜΑΙ αυτός που νομίζουν;" Ή χειρότερα ακόμα "τι θα συμβεί αν με ΠΕΙΣΟΥΝ πως τελικά ΕΙΜΑΙ αυτός που νομίζουν;" Ή χειρότερα...Πάει μακρυά η βαλίτσα, κάτσε, ένα ένα! Αυτός που δέχεται τα πάντα και ας τον είπαν ακατάδεχτο. Αυτός που φρόντισε για σένα με εγωϊσμό. Ο απότομος που σου μίλησε ευγενικά.Ο μαλάκας που είναι φίλος σου.Ο χαλαρός που δεν καταλαβαίνεις τελευταία...μπορώ να το κάνω αυτό για ώρες, το θέμα είναι πόσο διατεθειμένος / διατεθειμένη είσαι να διαβάζεις...θα σου πω εγώ. ΔΕΝ είσαι...Και ξέρεις γιατί; Γιατί δεν σε νοιάζει...Ωραία! Ούτε και μένα...φτου ξελευτερίαααααααα!!!!! Α! Μισό...χεχε...Δεν σου είπα το καλύτερο! Δεν ξέρεις αν είμαι αυτός ή αυτή...το υπέθεσες ναι, σίγουρα, οκ, εντάξει...! Αλλά...ποσο σίγουρος είσαι τι ΕΙΜΑΙ; Τα λέμε μετά...

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Clean cut


Ξυπνώ σε ένα κρεββάτι που δεν αναγνωρίζω, σ’ ένα δωμάτιο που δεν αναγνωρίζω, σ’ ένα σπίτι που δεν αναγνωρίζω. Δεν υπάρχουν πουθενά φωτογραφίες. Δεν υπάρχουν σημειωματάκια στο ψυγείο. Δεν υπάρχουν αφιερώσεις στους καθρέφτες. Η μνήμη του κινητού μου είναι άδεια. Ο φάκελος με τα μηνύματα επίσης. Δεν υπάρχουν γράμματα στα συρτάρια, ούτε ατζέντα με επαφές και υποχρεώσεις. Στην επιφάνεια εργασίας του υπολογιστή μου υπάρχει μόνο ένα έγγραφο με μια διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ένα όνομα χρήστη κι έναν κωδικό που δεν αναγνωρίζω. Συνδέομαι και ο φάκελος με τα εισερχόμενά μου είναι άδειος, κι αυτός με τα εξερχόμενα επίσης. Δεν υπάρχουν καταχωρημένες επαφές. Ο φυλλομετρητής μου δεν έχει τίποτα αποθηκευμένο στη μνήμη. Στα έγγραφά μου δεν υπάρχει τίποτα. Ούτε στις εικόνες μου. Υπάρχουν ρούχα στις ντουλάπες. Πολλά. Ανήκουν σε μια γυναίκα που είτε δεν έχει αποφασίσει ακόμα τι ακριβώς είναι, είτε έχει προνοήσει για παν ενδεχόμενο. Ριγάτα παντελόνια και γιλέκα. Στενά φορέματα και κορσέδες. Κυπαρισσί και μαύρα και ασημί και κόκκινα και λευκά και σκούρα μπλε. Ψηλοτάκουνα μποτάκια και μπαλαρίνες και αθλητικά παπούτσια για τρέξιμο. Μακριές φούστες, μαύρα τζιν, κοντά παλτό και καπαρντίνες. Σάλια και μαντίλια και μαλακά και σκληρά καπέλα. Πλεκτά πουλόβερ, βαμβακερά μπλουζάκια, μεταξωτά πουκάμισα με τριγωνικά μανίκια. Μικρά, κομψά δαχτυλίδια και βραχιόλια και στέκες και κορδέλες. Δεν υπάρχουν αναμνηστικά της παιδικής ηλικίας, κούκλες, αρκουδάκια ή σφηνοτουβλάκια ή τηλεκατευθυνόμενα. Δεν υπάρχουν παλιά σχολικά βιβλία ή τετράδια. Δεν υπάρχει χαρτομάνι ή κάποιου είδους συλλογή από αναμνηστικά ή μη έγγραφα. Δεν υπάρχει πουθενά κανένα ίχνος οποιουδήποτε γραφικού χαρακτήρα. Δεν υπάρχει κάποιο κουτί η συρτάρι με εισητήρια και αποδείξεις από ταξίδια ή θεάματα. Δεν υπάρχουν αφίσες, κορνίζες ή πίνακες. Το ντουλάπι κάτω από την τηλεόραση, που δεν έχει κανένα κανάλι αποθηκευμένο, είναι γεμάτο ταινίες που άλλες αναγνωρίζω κι άλλες όχι. Η δισκοθήκη είναι γεμάτη με άλμπουμ που άλλα αναγνωρίζω κι άλλα όχι. Δεν υπάρχουν εφημερίδες ή περιοδικά. Δεν υπάρχουν λογαριασμοί ή ημερολόγια. Υπάρχουν όμως βιβλία. Πολλά. Μυθιστορήματα, ιστορικά, βιογραφίες, νουβέλες, δοκίμια, μυθολογίες, ποιήματα, θεατρικά έργα, βιβλία μυστηρίου, από συγγραφείς κλασσικούς και μη, σε πέντε διαφορετικές γλώσσες. Δεν έχω επισκέψεις ποτέ. Το τηλέφωνο δε χτυπάει ποτέ. Δεν υπάρχει πρόγραμμα κανενός είδους. Οι δρόμοι του κόσμου αυτού είναι γνώριμοι, δεν ξέρω όμως γιατί και πρόσωπο δεν αναγνωρίζω κανένα. Ούτε κανείς δείχνει να αναγνωρίζει εμένα. Δεν υπάρχουν μνήμες κανενός είδους στο κεφάλι μου. Δεν επιθυμώ να δω κάποιον. Δεν θυμάμαι κανέναν. Δεν υπάρχει πουθενά πορτοφόλι, μόνο μια κάρτα τράπεζας που μοιάζει καινούρια, σε μια θήκη μαζί μ’ ένα κομματάκι χαρτί με τέσσερα τυπωμένα νούμερα πάνω. Δεν υπάρχουν αποθηκευμένα κάπου χριστουγεννιάτικα στολίδια, αποκριάτικα κοστούμια, ομπρέλες και ξαπλώστρες παραλίας, παιδικά ρουχαλάκια. Δεν έχω να πάω στη δουλειά μου, ή σε κανενός είδους δουλειά. Στο ραδιόφωνο δεν υπάρχουν καταχωρημένοι σταθμοί και όταν το ανοίγω παίζει μόνο παράσιτα. Το σπίτι είναι σε τάξη, πέρα από μικρές πρακτικές λεπτομέρειες. Ένα ζευγάρι παπούτσια δίπλα στην πόρτα, μια τσάντα κρεμασμένη στον καλόγερο, που έχει μόνο σκόρπια χαρτονομίσματα, ένα ζευγάρι γυαλιά και το κλειδί του σπιτιού μέσα, ένα ποτήρι του νερού στον πάγκο της κουζίνας, μία κουβέρτα στον καναπέ, μία κρέμα για τα χέρια στο κομοδίνο. Το μοναδικό ρολόι δεν έχει καμμία ώρα καταχωρημένη για ξυπνητήρι. Στην πρώτη σελίδα κάθε βιβλίου υπάρχουν ίχνη από ένα όνομα σβησμένο, που δε μπορώ να διακρίνω. Μετά από καιρό μόνο, σ’ ένα μικρούλι βιβλιαράκι χωμένο ανάμεσα σε άλλα μεγαλύτερα, ίσα που διακρίνω μια λεξούλα να ξεπροβάλλει δειλά, μισοκρυμμένη, μισοσβησμένη.

Για κάποιο λόγο είμαι βέβαιη ότι όλο αυτό το προκάλεσα εγώ στον εαυτό μου. Απολύτως συνειδητά.

Δευτέρα 3 Ιανουαρίου 2011

Πώς;


Είναι στιγμές σαν κι αυτές που πιάνεις τον εαυτό σου να έχει ταχυπαλμίες και τις πρώτες γκρίζες τρίχες να εμφανίζονται… κι εκεί αναρωτιέσαι: Θύμισέ μου, γιατί νιώθω έτσι; Είναι επειδή είσαι στη μέση ή μήπως δεν είσαι; Πώς ξέρεις που είναι η μέση αν δεν ξέρεις το τέλος; Είναι επειδή έχεις άγχος ή μήπως δεν έχεις; Πώς γίνεται να έχεις άγχος για κάτι που δεν περνάει από το χέρι σου πια; Είναι επειδή δε μπορείς να βρεις καλύτερη δικαιολογία και απλά πλανάσαι άσκοπα στο μυαλό σου… μόνος…  γυμνός… και κολασμένος τόσο! Τα χρόνια που μπορούσες να πεις «δε γαμιέται» έχουν περάσει και γι’ αυτό… Ώωωωπα! Τι είπα; Τα χρόνια που μπορούσα να πω «δε γαμιέται» έχουν περάσει; Α! Ωραία… κατάλαβα τουλάχιστον γιατί νιώθω έτσι… είναι κι αυτό μια αρχή! Τα λέμε σε λίγο… πρέπει να προλάβω!

Πέμπτη 9 Δεκεμβρίου 2010



Η Έλενα κατηφόρισε την καταπράσινη πλαγιά με τα αιωνόβια δέντρα. Κανείς δε θυμόταν πότε φυτεύτηκαν, κανείς δε μπορούσε να υπολογίσει πόσω χρονώ μπορεί να ήταν. Έμοιαζαν κάπως υπερβολικά υγιή και ευθυτενή, θα έλεγε κανείς ότι ούτε ο χρόνος ούτε ο καιρός μπορούσαν να τα επηρρεάσουν. Στην όχθη της λίμνης βρήκε το Χάρη και τον άνδρα που είχε φέρει εδώ λίγο καιρό πριν. Με τα μάτια δεμένα και με την καθοδήγηση του Χάρη, ο άνδρας έριχνε βέλη προς ένα στόχο που βρισκόταν στην άλλη όχθη της λίμνης. Δεν έβρισκε ακόμα κέντρο, αλλά, και πάλι, το αποτέλεσμα ήταν εκπληκτικό δεδομένης της απόστασης και της έλλειψης εμπειρίας. Ο Χάρης δεν έδειξε να αντιλαμβάνεται την παρουσία της, αλλά η Έλενα άκουσε τη φωνή του στο κεφάλι της «Καλώς την.»

Αφού άδειασε τη φαρέτρα του, ο άνδρας με τα δεμένα μάτια έστρεψε το κεφάλι προς τ’ αριστερά και στάθηκε να αφουγκραστεί. Η Έλενα ήξερε ότι περπατούσε αθόρυβα, ωστόσο ο άνδρας αντιλήφθηκε την παρουσία, έβγαλε την κορδέλα από τα μάτια του και την κοίταξε ανέκφραστος. Η Έλενα χαμογέλασε.

-          Χάρη, μπορώ να τον απασχολήσω για το υπόλοιπο της ημέρας;
-          Αμέ.
-          Ευχαριστώ. Πάμε; έγνεψε στον άνδρα που την ακολούθησε κάπως απρόθυμα και εξακολουθούσε να είναι ανέκφραστος.

Ανέβηκαν την πλαγιά και διέσχισαν το πλάτωμα προς το επιβλητικό πέτρινο κτιριακό συγκρότημα που έμοιαζε να δένει με το τοπίο, πολύ απλά παρόλη την ομορφιά του, πολύ διακριτικά παρά το μέγεθός του. Πέρασαν ξύλινους διαδρόμους, ανέβηκαν μαρμάρινες σκάλες. Η Έλενα κοντοστάθηκε μπροστά σε μια βαριά ξύλινη πόρτα που φάνηκε σα να άνοιξε από μόνη της καθώς την πλησίασε.
-          Έρχεσαι;
Μπήκαν σ’ έναν ενιαίο ψηλοτάβανο χώρο που ήταν αρκετός για να χωρέσει γήπεδο μπάσκετ. Ένα τζάκι σε μέγεθος δωματίου έκαιγε στον τοίχο δεξιά, πλαισιωμένο από βαριές βελούδινες πολυθρόνες, περιστοιχισμένο από αμέτρητα ράφια με βιβλία. Ένα κρεββάτι με ουρανό που θα αρκούσε για να κοιμηθούν δέκα άνθρωποι βρισκόταν στη μέση του χώρου, πιο πέρα μία σκαλιστή ξύλινη τραπεζαρία, στον τοίχο αριστερά κουζίνα και βαριές ξύλινες ντουλάπες. Τρεις τοίχοι ήταν καλυμμένοι με πέτρα και ξύλο. Ο τέταρτος ήταν ένα τεράστιο παράθυρο, από το ταβάνι ως το πάτωμα, που έβλεπε το πλάτωμα, την πλαγιά, τη λίμνη, το δάσος, την κοιλάδα, τα βουνά στο βάθος του ορίζοντα. Η θέα ήταν εκπληκτική. Ο άνδρας έμεινε εμβρόντητος, λουσμένος στο φως του μεσημεριού που πλημμύριζε το χώρο, καθώς συνειδητοποίησε ότι, καθώς το οικοδόμημα ήταν πέτρινο, απλά δε μπορούσε να υπάρχει αυτός ο τεράστιος γυάλινος τοίχος.
 Ή μήπως όχι;
-          Σ’ αρέσει;
-          Έχω βδομάδες να σε δω.
-          Έλειπα.
-         
-          Ο Χάρης είναι εξαιρετικός δάσκαλος.
-          Δεν αναφερόμουν σ’ αυτό.
-          Το ξέρω. Έχεις κάνει εκπληκτική πρόοδο σε πολύ μικρό διάστημα.
-          Προς τα πού οδεύω δεν ξέρω.
-          Θα ήθελα να μιλήσουμε.
-          Μιλάμε.
-          Είχαμε μια συζήτηση με το Συμβούλιο που σε αφορά. Θέλουμε να σου κάνουμε μια πρόταση.
-          Τι πρόταση;
-          Όπως είπα, η εξέλιξή σου είναι εντυπωσιακή, αλλά θεωρώ ότι με βάση τις δυνατότητές σου, δεν έχουμε δει τίποτα ακόμα. Θέλουμε να σε βοηθήσουμε να εκμεταλλευτείς τις δυνάμεις σου στο έπακρο.
-         
-          Πες μου κάτι. Έχω δίκιο να πιστεύω ότι, αν υπάρχει ένα πραγμα που ποθείς περισσότερο από οτιδήποτε, αν υπάρχει που θα έκανες οτιδήποτε προκειμένου να αποκτήσεις, είναι η αιώνια ζωή;
-          ...επίσης θα ήθελα να είμαι ο Χουλκ, η Μέγκαν Φοξ να κόβει φλέβες για πάρτη μου και να τα πίνω με το Νταρθ Βέιντερ κάθε Πέμπτη.
-          Άρα έχω δίκιο.
-          Ναι. Και;
-          Θέλουμε να κάνουμε μια συμφωνία μαζί σου.
-          Θα μου πείτε το μυστικό της αιώνιας ζωής;
-          Κάπως έτσι.
-          Απ’ ό,τι πήρες δως μου και μένα.
-          Μετά απ’ ό,τι έχεις δει και καταφέρει τον τελευταίο καιρό, θα έπρεπε τουλάχιστον να ζυγίσεις την πιθανότητα ότι το εννοώ.
-          Θες να με κάνεις αθάνατο.
-          Ναι. Αυτή είναι η δική μας υπόσχεση.
-          Με αντάλλαγμα;
-          Να ταχθείς με το μέρος μας και να μας βοηθήσεις μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος.
-          Δηλαδή μέχρι πότε;
-          Αυτό δε μπορώ να το ξέρω. Αλλά δεδομένου ότι ο πόλεμος κρατάει ήδη αιώνες, δε θα έλεγα ότι θα τελειώσει σύντομα.
-          Θες να με κάνεις αθάνατο.
-          Ναι.
-          Πώς;
-          Η μετάβαση είναι δύσκολη και χρειάζεται χρόνο. Η αθανασία είναι κόντρα στους νόμους της φύσης. Το σωματικό και ψυχικό σοκ που πρέπει να υποστεί ένας άνθρωπος είναι τεράστιο. Επομένως θα χρειαστεί μεγάλο χρονικό διάστημα για να προετοιμάσεις τόσο το σώμα, όσο και το μυαλό σου.
-          Πόσο μεγάλο;
-          Εξαρτάται από τον άνθρωπο. Πιστεύω θα σου πάρει κάποια χρόνια.
-          Για να γίνω αθάνατος.
-          Περίπου. Δε θα είσαι άφθαρτος, αν αυτό εννοείς. Μπορείς να πεθάνεις, αλλά δε θα είναι από φυσικά αίτια, και θα είναι πολύ πιο δύσκολο να σε σκοτώσει κάποιος σε σύγκριση μ’ ένα κανονικό άνθρωπο.
-          Πρακτικά όμως, πώς;
-          Είναι δύσκολο να σου εξηγήσω. Σκέψου το σα μια παρατεταμένη μετάγγιση…
-          …άφθαρτων κυττάρων;
-          Μεταφορικά. Από έναν άλλο αθάνατο.
-          Υπάρχουν αθάνατοι εδώ;
-          Ναι.
-          Πολλοί;
-          Όχι.
-          Εσύ;
-          Ναι.
-          Ήσουν αθάνατη όταν με γνώρισες;
-          Όχι.
-          Κι έγινες στα δέκα χρόνια που μεσολάβησαν;
-          Δέκα χρόνια μεσολάβησαν για σένα. Για μένα ήταν κάπως διαφορετικά.
-          Πώς;!;
-          Να το συζητήσουμε άλλη ώρα αυτό;
-          Βεβαίως. Γιατί δεν είστε όλοι αθάνατοι; Αφού ξέρετε τον τρόπο, γιατί δε φτιάχνετε ένα στρατό ας πούμε;
-          Η αθανασία δεν προσφέρεται σε όλους. Πρώτον, γιατί δεν έχουν όλοι οι άνθρωποι την απαιτούμενη κράση για τη διαδικασία της μετάβασης. Δεύτερον, γιατί υπάρχουν άνθρωποι που απλά δεν επιθυμούν την αθανασία.
Τρίτον, η μετάβαση γίνεται από έναν άλλο αθάνατο, ο οποίος δίνει ουσιαστικά ένα ολόκληρο κομμάτι του εαυτού του και παίρνει ένα ολόκληρο κομμάτι του νεοφώτιστου. Οι δύο άνθρωποι αποκτούν πρόσβαση κατά κάποιο τρόπο ο ένας στο μυαλό του άλλου. Μπορούν να αισθανθούν ο ένας τον άλλο ακόμα κι αν βρίσκονται χιλιάδες χιλιόμετρα μακρυά. Είναι σα να έχεις ομοζυγωτικό δίδυμο, σα να κουβαλάς ένα άυλο πλάσμα μαζί σου παντού. Σχεδόν. Με τον καιρό μαθαίνουν και οι δύο να το ελέγχουν, αλλά θέλει πολλή επιμονή και εξάσκηση. Επομένως πρέπει ο αθάνατος που θα σε αναλάβει να είναι απόλυτα βέβαιος γι’ αυτό που πάει να κάνει, να μπορεί να σου εμπιστευτεί τη ζωή του.
-          Δηλαδή χτυπάς εσύ, πονάω εγώ.
-          Ναι, γέλασε η Έλενα. Μεταξύ άλλων.
-          Τι άλλων;
-          Δηλαδή μπορεί να έχουμε ταυτόχρονα οργασμό αλλά ο ένας από μας να μην κάνει καν σεξ εκείνη την ώρα.
-          Γουστάρω.
-          Έχει την πλάκα του. Ειδικά αν εκείνη την ώρα σε κυνηγάνε δέκα εκτελεστές να σε χρατσώσουνε.
-          Κοίτα. Αν με δουλεύεις, ήρθε η ώρα να μου το πεις.
-          Θέλω να το σκεφτείς πολύ καλά. Ό,τι και να διαλέξεις, έχεις μία ευκαιρία. Δεν υπάρχει πισωγύρισμα και, κυρίως, θα δεις όλους σου τους αγαπημένους να πεθαίνουν. Κι αυτό είναι κάτι που, λίγο ή πολύ, θα σε καταστήσει ανίκανο να δεθείς ουσιαστικά με οποιονδήποτε θνητό από δω και πέρα. Ακόμα κι αν το επιδιώξεις, ο πόνος θα σε απωθήσει, θα κάνει οποιαδήποτε σχέση σου να μοιάζει προδιαγεγραμμένη.  
-          Θα με κάνεις αθάνατο.
-          Αυτό είναι το σχέδιο, ναι.
-          Μπορώ να διαλέξω ποιος αθάνατος θα με αναλάβει;
-          Δε θυμάμαι να έχει συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο. Αλλά πάντα υπάρχει μια πρώτη φορά.
-          Ωραία. Δε θέλω να είσαι εσύ.
-          Μαζί σου. Ούτε εγώ θέλω να είμαι εγώ.
-          Όμορφα.
-          Δε μου είπες, σου αρέσει το δωμάτιό μου;

Τρίτη 7 Δεκεμβρίου 2010

Tears


Κλαίω άνετα. Κανένα πρόβλημα. Αλλά. Δεν κλαίω μπροστά σε κόσμο. Εδώ και χρόνια. Για κανένα λόγο, εκτός ας πούμε άμα πεθάνει κάποιος. Τώρα που το σκέφτομαι, την τελευταία φορά που έκλαψα μπροστά σε κόσμο, όντως είχε πεθάνει κάποιος.

Επομένως, όταν η κυριούλα που καθόταν στο πεζούλι παραδίπλα γύρισε και με ρώτησε γιατί κλαίω, έφαγα μία χ φρίκη.

Background information: έχουμε βγει βόλτα στο χωριό μας, έχουμε πέσει πάνω στο φεστιβάλ φαγητού, και σε μια κρίση απύθμενης ηλιθιότητας και poor judgement, από όλο το διαθέσιμο φάσμα γεύσεων που, κυρίες και κύριοι, ήταν μεγάλο, αποφάσισα ότι αυτό που θα ικανοποιούσε πλήρως τις γευστικές απολήξεις μου, ήταν ένα χοτ ντογκ. Και για να το παίξω και σκληροπυρηνική γκόμενα, έβαλα κέτσαπ και μουστάρδα, χωρίς να δω ότι επρόκειτο για μουστάρδα dijonnaise, η οποία, για όσους δεν γνωρίζουν, αποτελεί σαδιστική εφεύρεση του σατανά κατόπιν συμβουλίου με τον Νταρθ Βέιντερ, τους Νάζγκουλ και τους executives και των εννέα κύκλων της κολάσεως εν μέσω κρίσης του στυλ δε γεννιούνται πια δικηγόροι ούτε έρχονται πια γκομενάρες στο μαγαζί ούτε γίνονται πόλεμοι και δε βρίσκουμε το Δαχτυλίδι και μου βραχυκύκλωσε το φωτόσπαθο κι άρα πρέπει να βρούμε ένα γαμάτο τρόπο να εκδικηθούμε τα ποταπά ανθρωπάκια, έστω και ζωντανά.

Είμαι απίστευτος μπετόβλακας ώρες ώρες.

Στις δύο μπουκιές λοιπόν καταρχήν αρχίζει να πονάει το σημείο ανάμεσα στα φρύδια μου και κατά δεύτερον να καίγεται όλο το είναι μου. Ολόκληρο. Συνεπώς τα δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια μου αυτόματα κι άρχισαν να τρέχουν ανεξέλεγκτα.

Τι να πω λοιπόν στην κυριούλα που με κοίταζε περίλυπη; Ναι, ξέρω, έχετε δίκιο, η ζωή είναι ωραία, είμαι ακόμα νέα, θα φτιάξουν τα πράγματα.

Αυτό.