Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όταν τρωω το ψυγείο στο κεφάλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα όταν τρωω το ψυγείο στο κεφάλι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Μπιπ-μπιπ


Πόσο τα σπάνε οι Dresden Dolls. Πόσο. Δηλαδή εντάξει, είναι λίγο καταθλιψάρα. Αλλά τα σπάνε παρόλ’ αυτά. Ένα από τα τραγούδια που έχω φάει σκάλωμα τελευταία είναι αυτό που η τύπισσα έχει πάθει ψύχωση με το αμάξι του πρώην της και το ψάχνει κάπου στη Βοστόνη. Γιατί συνδέομαι. Εννοώ εντάξει, σκαλώνω με πολλά πράγματα, αλλά τα αυτοκίνητα των ανδρών που γουστάρω κατά καιρούς είναι τρελλό κόλλημα.

Πας (πάω) στο μαγαζί, και καλά κάνεις (κάνω) γύρους για να παρκάρεις, αλλά στην πραγματικότητα ψάχνεις (ψάχνω) να δεις (δω) αν το αμάξι του (του εκάστοτε «του») είναι ήδη εκεί. Η παλιά κόκκινη κάμπριο Toyota. Το σαράβαλο πράσινο Fiat, μαούνα-style. Το μπλε Vitara. Το μαύρο Forrester. Τρώω σκάλωμα με τα κωλωαυτοκίνητα. Αν είναι δυνατόν. Και αν και εφόσον το βρω, κάθομαι και το κοιτάω σα μαλάκας. Αμάξια μπορεί να κορνάρουν από πίσω, από δίπλα, κόσμος μπορεί να με κοιτάει περίεργα αν είμαι πεζή, γιατί στάνταρ φαίνεται σα να έχω σκοπό να σπάσω ας πούμε κανά παράθυρο και να το βουτήξω. Αλλά βασικά κατασκοπεύω. Τι έχει αλλάξει από την τελευταία φορά που το είδα; Α ναι, είναι πλυμένο (η Toyota και το Fiat αποκλείεται, τα άλλα δύο πλένονταν πού και πού). Έχει καινούρια βιβλία (το Vitara) ή σιντί (η Toyota και το Fiat) στο κάθισμα του συνοδηγού; Α, θαυμάσια. Μια φορά είδα ένα σαφώς γυναικείο φουλάρι στο κάθισμα του Forrester και κόντεψα να πεθάνω εκεί στη μέση του δρόμου που στεκόμουνα. Α, έχει παρκάρει λίγο στραβά. Που σημαίνει α) ότι βιαζότανε (η Toyota) ή β) ότι είναι ψιλολιώμα (το Vitara ή το Fiat). Τα τελευταία δύο είχαν συνήθως τρίχες στην πλάτη του οδηγού (καστανές σχετικά κοντές το ένα, μακριές σγουρές μαύρες το άλλο). Εισιτήρια από συναυλίες, συσκευασίες KitKat, σκυλοτροφές, ανεμιστήρες, φούτερ, σκληροί δίσκοι, πλαστικά ποτήρια με φραπέ ή φρέντο, αναψυκτικά ή ποτά, σημειώσεις, Old Holborn κίτρινοι, αναπτήρες, μερικές φορές κλειδιά ή κινητά. Ό,τι να ‘ναι. Ότι έχω κι εγώ στ’ αμάξι μου. Ό,τι έχουν όλοι στ’ αμάξια τους. Αλλά σε μένα τα αντικείμενα αυτά λέγανε ολόκληρες ιστορίες. Πραγματικά μερικές φορές δεν πάρκαρα καν, απλά κοιτούσα τα αυτοκίνητα για λίγο κι έφευγα.

Αναίσχυντη κατασκοπία. Θα έπρεπε να ντρέπομαι. Αλλά όχι. Τρώω σκάλωμα. Κι αναρωτιέμαι. Ψάχνουν (ψάχνανε μάλλον) κι αυτοί το μπλε Clio με τη γούβα στο πορτ-μπαγκάζ; Ε;

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Ανώμαλη προσγείωση

Η ζωή παίζει τόσο περίεργα παιχνίδια. Αγωνίζεσαι να στήσεις κάτι όρθιο, οτιδήποτε, και μόλις το στήσεις όρθιο και γυρίσεις να το καμαρώσεις, αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι άλλο έχει γίνει θρύψαλα. Δεν καταλαβαίνω. Δεν ξέρω ακόμα αν με πληγώνει. Μου ήρθε τόσο ξαφνικά…δεν ξέρω τι να σκεφτώ, δεν ξέρω ποια είναι η σωστή τακτική να αντιμετωπίσει κανείς κάτι τέτοιο.
Δε θέλω να το αντιμετωπίσω. Θέλω να ξεχάσω ό,τι άκουσα. Θέλω να μη συνέβη ποτέ. Δεν ξέρω αν σε θέλω ακόμα…δεν ξέρω γιατί από όλους τους ανθρώπους του κόσμου έπρεπε να είσαι εσύ. Δε θέλω να σκεφτώ τίποτα. Γύρισα πίσω για να σταματήσω να σκέφτομαι. Και να που έφαγα τη βόμβα στη μάπα πριν καλά καλά προσγειωθώ.

Νιώθω ότι δεν ανήκω πουθενά, σε κανένα σπίτι, σε καμμία χώρα, σε καμμία γη. Ποτέ δεν ξανάνιωσα τόσο πολύ την ανάγκη να μάθω τι θα συμβεί στο μέλλον. Ποτέ δε με φόβισε τόσο πολύ το μέλλον όσο τώρα.

Ξέρω τώρα ότι η πόρτα γι’ αυτό που κάποτε θέλησα τόσο έκλεισε για τα καλά. Δεν ήμουν ποτέ σίγουρη ότι θα πραγματοποιηθεί, αλλά ανακουφιζόμουν στη σκέψη ότι ίσως κάποια μέρα θα γινόταν αληθινό. Τώρα το βλέπω να φεύγει και να ξεθωριάζει στον ορίζοντα του νου. Φωνάζω, ουρλιάζω, τρέχω να το προλάβω, η καρδιά μου χτυπά δυνατά και η ανάσα μου κόβεται από το λαχάνιασμα. Αλλά δε το φτάνω. Δε μπορώ πια να το φτάσω. Δε μπορώ να το αγγίξω.

Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Αναπολώντας την Αθήνα part 2

- Πάνταααα…..
- ….
- Πάνταααα….
-….
- Πάντα;
- Σου ‘χω πει εκατό φορές να μη με ξαναπείς Πάντα.
- Χαχαχα.
Τι βλαμμένο αυτό το παιδί. Έχει κέφια πάλι σήμερα. Τον αγνοώ και κάθομαι στο μπαρ δίπλα στην Ελευθερία και απέναντι από το Σπύρο που έχει αποφασίσει ότι είναι βραδιά Calexico σήμερα και είμαι ιδιαίτερα ευτυχής γι’ αυτό. Φιλιόμαστε σταυρωτά με την Ελευθερία λες και έχουμε να βρεθούμε 100 χρόνια.
- Κορίτσια, σφηνάκια!
Και ο Σπύρος έχει κέφια σήμερα.
- Ορκίστηκες;
- Αμέ.
- Και;
- Τι και;
- Είσαι χαρούμενη;
Τι να του πεις;
- Ναι.
- Ουουουου. Σίγουρα. Το βλέπω.
- Πάντααα…
Βρε καλώς τον.
Έχει στηθεί ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου και με κοιτάει. Θέλω πάρα πολύ να του σπάσω το κεφάλι αλλά δε μπορώ. Δε μπορώ γιατί είναι κούκλος και έχει γαλαζοπρασινογάλαζα μάτια στο χρώμα της Καραϊβικής μια μέρα ηλιόλουστη αλλά όχι πολύ ζεστή και μυρίζει αυτό το πράγμα που είναι σαν μαλακτικό και ψωμάκια που μόλις έχουνε βγει από το φούρνο. Επιπροσθέτως με κοιτάει μ’ αυτό το ύφος που λέει «Μόλις τελειώσω μαζί σου δε θα μπορείς να σταθείς στα πόδια σου.»
- Συγχαρητήρια! Είσαι μεγάλος φύτουκλας αλλά συγχαρητήρια! Πρέπει να πετάς στα σύννεφα!
- Ξανθούλη…
- Μμμ;
- Αει στο διάολο νυχτιάτικα.
- Χαχαχα.
Ωραία. Το ‘χουμε. Έχουμε κάνει την κουβέντα περί ορκωμοσίας ήδη, ξέρει πολύ καλά ότι δεν είχα κανέναν ενθουσιασμό και ότι με το ζόρι πήγα αλλά μάλλον πιστεύει ότι είναι ιδιαίτερα διασκεδαστικό να κάνει λες και κατέκτησα το διαγαλαξιακό πρωτάθλημα. Του φυσάω τον καπνό στη μούρη. Δεν πτοείται.
- Λοιπόν, τι πίνουμε;
Έχει σκύψει και καλά να δει τι πίνουμε, αλλά βασικά ακουμπάει το μάγουλό του στο δικό μου. Τα γένια του μου σηκώνουν την τρίχα και αυτομάτως σκέφτομαι ιδρώτες και αγκομαχητά και τα σχετικά, αλλά επίσης αυτομάτως και με σηκωμένο το φρύδι κοιτάω την Ελευθερία που προσπαθεί να μη γελάσει. Ακούω τη φωνή της στο κεφάλι μου «Δεν πρόκειται να βγάλεις άκρη μαζί του ποτέ!» Ενδεχομένως.
- Εμείς πίνουμε τεκίλα. Εσείς που είστε και σε ηλικία εμφράγματος καλύτερα να πάτε στο κρεβατάκι σας σιγά σιγά.
Όχι θα τον άφηνα.
- Δε σου έχω πει να σταματήσεις να πίνεις αηδίες;
Όχι θα με άφηνε.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Αντί να κοιμάμαι θυμάμαι

Δεν έχω μεθύσει ποτέ. Η τουλάχιστον, δεν έχω μεθύσει ποτέ τόσο ώστε να χάσω τον έλεγχο, να μη θυμάμαι. Φοβάμαι πάρα πολύ. Να χάσω τον έλεγχο, εννοώ. Δεν ξέρω πως μπορεί ν’ αντιδράσω, δεν ξέρω τι μπορεί να κάνω κι αυτό με τρομάζει. Κάθομαι απλώς, ελαφρώς ζαλισμένη, και κοιτάω όσους είναι μεθυσμένοι με φοβερή περιέργεια. Τις κινήσεις τους, τις αντιδράσεις τους, τα λόγια τους. Έχω δει μεθυσμένους πανευτυχείς, που γελούν και χορεύουν και φωνάζουν δυνατά χωρίς να τους νοιάζει τι σκέφτονται όσοι τους βλέπουν. Έχω δει μεθυσμένους με μάτια χαμένα να κοιτάνε το απόλυτο κενό, ανίκανοι να τινάξουν το τσιγάρο που καίγεται ανάμεσα στα δάχτυλά τους. Έχω δει μεθυσμένους να μη μπορούν να κρατηθούν και να τρέχουν να ξεράσουν στο κοντινότερο μπαλκόνι ή νεροχύτη. Έχω δει μεθυσμένους να κάνουν φιλοσοφικές συζητήσεις και να προσπαθούν να πείσουν τους πάντες ότι είναι μια χαρά. Εγώ δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ανήκει ο μεθυσμένος εαυτός μου. Ίσως μάθω κάποια μέρα.

Θυμάμαι. Ήμασταν σπίτι σου, στο κρεβάτι σου. Κεριά αναμμένα. Ποτήρια κρασιού άδεια στο κομοδίνο. Η μουσική έπαιζε ακόμα. Νερά στο πάτωμα. Δε θυμάμαι τι ώρα ήταν, πάντως ήταν νύχτα. Δε σε αγγίζω, κι όμως σε νιώθω πάνω μου παντού. Εσύ θυμάσαι; Νομίζω ότι κοιμάσαι. Δεν κοιμάσαι όμως. Ανασηκώνεσαι στο κρεβάτι, βάζεις το μαξιλάρι στην πλάτη σου. Αρχίζεις να μιλάς. Δε δίνω και πολλή σημασία σε ότι λες, είμαι ακόμα χαμένη στο διάστημα. Μέχρι που μου πετάς τη βόμβα. Η ηχώ της αντηχεί σε κάθε μήκος και πλάτος του μυαλού μου, την ακούω από μακριά και νομίζω στην αρχή ότι με κοροϊδεύεις. Γυρνάω και σε κοιτάω. Έχεις σταυρωμένα τα χέρια και κοιτάς κάτω. Μιλάς σοβαρά λοιπόν. Νομίζω ότι αυτό που έπαθα ήταν η πρώτη – και μοναδική – κρίση πανικού που έχω πάθει ποτέ. Δεν είναι απλώς ότι δεν το χωράει το μυαλό μου. Αυτό που ένιωσα ήταν λες και ένας δυνατός σεισμός κατέστρεψε όλο τον κόσμο μου. Μετά από κάτι τέτοιο, δε μπορεί να υπάρξει πια ζωή. Αρνούμαι να το επεξεργαστώ, αρνούμαι να μιλήσω, δε μπορώ καν ν’ ανασάνω. Σηκώνομαι σαν τρελλή κι αρχίζω να ντύνομαι. Δεν κουνιέσαι καθόλου, είσαι ακόμα με τα χέρια σταυρωμένα και το μόνο που λες είναι «Σταμάτα. Άκουσέ με λίγο.» Εγώ όμως δε θέλω ν’ ακούσω τίποτα. Θέλω να πάω κάπου, οπουδήποτε, προκειμένου να σταματήσει η καρδιά μου να σκίζεται σε κομμάτια. Βγαίνω από το δωμάτιο και μόνο τότε αποφασίζεις να με ακολουθήσεις. Θυμάσαι; Φτάνω στην πόρτα και μετά βίας βάζω τα παπούτσια μου. Έχεις σταθεί στην κάσα της πόρτας με τα χέρια σταυρωμένα και μου λες «Σταμάτα. Άκουσέ με λίγο.» Δε μπορώ πια να κρατηθώ, δε μπορώ πια να κάνω τίποτε άλλο από το ν’ αρχίσω να ουρλιάζω σαν παράφρων, να σε κατηγορώ με ό,τι λέξεις μου έρχονται στο κεφάλι, να σε βρίζω για τα σκατά που έχεις στο κεφάλι σου, για το αβυσσαλέο θράσος και τη σκληρότητα που πρέπει να ‘χει ένας άνθρωπος για τολμήσει να ξεστομίσει κάτι τέτοιο. Εσύ ωστόσο όχι μόνο δεν έχεις βγει εκτός εαυτού, όχι μόνο δεν εξάπτεσαι και δε φωνάζεις, αλλά με τα χέρια πάντα σταυρωμένα με κοιτάς στα μάτια και μου λες «Σταμάτα. Άκουσέ με λίγο.» Τότε συνέβη. Για πρώτη και τελευταία φορά. Έχασα το χρόνο, έχασα την υπομονή μου, έχασα ό,τι ανθρώπινο υπάρχει μέσα μου, κράτησα μόνο την οργή και το παράπονο και άρχισα να σπάω τα πάντα. Ό,τι υπήρχε στο δωμάτιο και μπορούσε να γίνει κομμάτια το έσπασα. Και ούρλιαζα. Και έσπαζα. Τα πάντα. Από τη μία άκρη στην άλλη. Ποτήρια και πιάτα και ρολόγια και λάμπες και μπουκάλια και διακοσμητικά και κορνίζες και κρύσταλλα και βάζα, όλα έπεφταν στο πάτωμα σε μια βροχή από γυάλινες σταγόνες. Κι όμως. Δεν κουνιέσαι ούτε χιλιοστό. Με παρακολουθείς ήρεμος να καταστρέφω τα πάντα και να ουρλιάζω και το μόνο που κάνεις είναι να επαναλάβεις «Σταμάτα. Άκουσέ με λίγο.» Έχω ξεμείνει από γυαλικά, από αξιοπρέπεια, από φωνή, από δάκρυα, από δύναμη, από υπομονή, ανοίγω την πόρτα και φεύγω τρέχοντας. Κατεβαίνω τη σκάλα και φτάνω στην είσοδο σα να με κυνηγάνε χίλιες ύαινες. Παλεύω ν’ ανασάνω, να ηρεμήσω, να πολεμήσω τους κεραυνούς μες το κεφάλι μου και να σκεφτώ λογικά. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, πάντως δε τα κατάφερα. Απ’ ό,τι και να είσαι φτιαγμένος, σε θέλω. Κάθε σκέψη μου σε αφορά, δε μπορώ να φύγω. Όταν το σαράβαλο κορμί μου φτάνει πίσω στην πόρτα σου, δε χρειάζεται να χτυπήσω. Είναι ανοιχτή και είσαι εκεί και με περιμένεις.

Θυμάσαι;

Ξημερώνει…και χιονίζει πάλι. Όλα είναι λευκά έξω. Πάω για ύπνο.

Τετάρτη 10 Δεκεμβρίου 2008

Τιτανικός και κόκκινα φουστάνια

Περνάμε σκατοπερίοδο του κερατά. Αυτό. Εκεί που σιχτιριάζαμε με τις 8 ώρες μάθημα τη μέρα, τώρα έχουμε 11. Χαρές και πανηγύρια.

Σήμερα το πρωί λοιπόν 9 η ώρα με τη δροσούλα (-3 βαθμοί) είχαμε πληροφορική. Πάνω στο εικοσάλεπτο έχω φρικιάσει με το powerpoint και αφαιρούμαι πλήρως θυμούμενη τα γεγονότα της Παρασκευής, ώσπου κάποια στιγμή αντιλαμβάνομαι ότι γελάω σα το απροσάρμοστο στα μουλωχτά κι ο Τούρκος που κάθεται ακριβώς απέναντι με κοιτάει περίεργα. Σίγουρα έχει ήδη μια υποψία ότι δεν πάω καλά, σήμερα τον αποτέλειωσα. Σου λέει άμα διασκεδάζει αυτή έτσι με το powerpoint, πάω να φωνάξω αυτούς με τ’ άσπρα να την πάνε για θεραπεία!!!

Τώρα που το σκέφτομαι, δεν είναι και πολύ δύσκολο να με περάσει κανείς για ψυχασθενή αυτή την περίοδο.

Την περασμένη Παρασκευή λοιπόν είχαμε κανονίσει να αγνοήσουμε τα deadline και να πάμε σε μια βραδιά salsa να χορέψουμε. Ήμουνα σπίτι και πριν αρχίσω να ετοιμάζομαι είπα να κατεβάσω τα σκουπίδια πριν βγάλουν πόδια και φύγουν μόνα τους. Βγαίνω από το ασανσέρ (με φόρμα και φούτερ) και τσουπ! να ‘σου ο πώς-τον-λένε πρώτη μούρη στο καβούρι (τώρα που το σκέφτομαι δουλεύει άπειρες ώρες αυτό το παιδί). Τι κάνεις, καλά; καλά, εσύ καλά; καλά πολύ κρύο σήμερα, ναι, άσε παγώσαμε και όλα καλά με το internet; ναι το ‘παμε και μπλα μπλα μπλα μπλα μπλα και μετά θες να πάμε για ποτό απόψε; Εκεί ξύπνησα το μογγολάκι και κατάλαβα ότι μιλάγαμε ήδη κανα εικοσάλεπτο στο διάδρομο και ότι κάτι παίζει εδώ ρε βλήμα. Ναι, βεβαίως να πάμε για ποτό, ωραία σε μια ώρα θα ‘ρθω να σε πάρω και αυτά. Η ώρα που μεσολάβησε πραγματικά έπρεπε να είχε κινηματογραφηθεί, γύριζα στο σπίτι σα το σίφουνα, να μαζέψω, να κάνω επιτέλους μπάνιο, να ετοιμαστώ, να πάρω τις τρελές τηλέφωνο να τους πω ότι δε θα πάω στη σάλσα και θα σας εξηγήσω αργότερα και τα λοιπά. Τώρα που το γράφω και το ξανασκέφτομαι, πραγματικά δεν είχα καταλάβει τι ακριβώς έγινε. Φόρεσα το δεν-αποτυχαίνει-ποτέ κόκκινο φουστάνι μου, ήρθε, βγήκαμε έξω και χιόνιζε του κερατά, μέχρι να πάμε στο αυτοκίνητο είχαμε γίνει άσπροι και γελάγαμε σαν τα βλαμμένα.

Τι έγινε ρε παιδιά; Εγώ για σάλσα δε θα πήγαινα; Πως βρεθήκαμε στην αναπαράσταση της Winslet και του DiCaprio στη σκηνή με την άμαξα στον Τιτανικό;

Γελάς ε; Τώρα που το γράφω και το ξανασκέφτομαι, κι εγώ.

Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2006

Ευχαριστούμε τα διαπασών και το Εκκρεμές του Φουκώ

Ωπ. Βιβλίο. Κάτι του θύμιζε το βιβλίο. Και το μαλλί επίσης.

- Σου ‘πα ότι δεν πρόκειται να καταφέρεις να το τελειώσεις, είπε πλησιάζοντάς την.
Σήκωσε το κεφάλι και τον είδε. Τα μάτια της έλαμψαν αλλά ήλπισε πως ο Χάρης δε θα το πρόσεχε.

- Θα το τελειώσω. Είναι θέμα εγωισμού. Με προκάλεσες.
Ο Χάρης χαμογέλασε. Ένιωσε…όμορφα.

- Λοιπόν; συνέχισε κεφάτα το πάντα, πέταξες κανένα διαπασών σε κάνα κεφάλι πρόσφατα;
Γέλασε. Το όμορφα γινόταν πιο όμορφα.

- Τέλος πάντων. Τα λέμε! του πέταξε και ξεκίνησε να φύγει. Στα μισά κοντοστάθηκε και γύρισε πίσω. Το βιβλίο μου!

Πήρε το βιβλίο απ’ το τραπέζι. Ο Χάρης την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια μ’ ένα χαρούμενο χαμόγελο. Το πάντα τον κοίταξε & χαμογέλασε κι αυτή σαν παιδί. Άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλά το πρόσωπό του. Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι αλλά δεν τα κατάφερε. Έφυγε και τον άφησε να κοιτά το κενό σα βλάκας.

Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2006

My heart goes boom

Ποιος μπορεί να καταλάβει ακριβώς αυτό που θες να πεις; Πώς γίνεται μέσα σε τόση ασυνεννοησία να υπάρχουν άνθρωποι που μ’ ένα βλέμμα συνεννοούνται; Πόσο κλεισμένοι στις παρωπίδες μας είμαστε, ώστε αρνούμαστε να καταλάβουμε κάθε ανθρώπινο πλάσμα έξω από μας;

Ο Χάρης δεν ήταν τέτοιο πλάσμα. Γενικώς, δεν έμοιαζε με κανένα πλάσμα. Είχε κάτι περίεργο, παρ’ όλο που ζούσε σ’ αυτόν τον κόσμο και φαινόταν συμβατός, ήταν ωστόσο το πιο αλλόκοτο πλάσμα του κόσμου.

Τι με τράβηξε στο Χάρη; Δεν ξέρω. Αρχικά μάλλον η φωνή του. Ήταν λίγο βαθιά, λίγο ονειροπαρμένη, λίγο βαριεστημένη, λίγο ρέουσα, μέχρι που ήθελε να διηγηθεί κάτι & τότε γινόταν ολοένα & πιο έντονη & παλλόταν διαρκώς.

Έμπαινε φορώντας πουλόβερ πάνω από πουκάμισο. Πάντα ζεσταινόταν και πάντα έβγαζε το πουλόβερ. Το πουκάμισο ήταν πάντα τσαλακωμένο, σαν απλώς να το ‘χε ρίξει πάνω του. Μετά σήκωνε τα μανίκια. Μ’ άρεσε αυτό. Ήταν σα να ετοιμαζόταν να κάνει κάτι ολόψυχα.
Το βλέμμα του ήταν επίσης αλλόκοτο. Κοιτούσε μ’ ένα ύφος που έλεγε ότι ξέρει εκ προοιμίου τι θα ‘λεγες κι αληθινά ξαφνιαζόταν κάθε φορά που δε γινόταν αυτό. Τότε γελούσε, κοιτούσε κάτω και κουνούσε προς το μέρος σου το δάχτυλο. Αυτό το σχόλιο που έπνιγε σε κάτι τέτοιες στιγμές άξιζε χρυσάφι.

Δεν ξέρω αν ο Χάρης ήταν τρελλός. Ποιος άλλωστε μπορεί να πει σήμερα ποιος είναι τρελλός και ποιος όχι; Πάντως ήταν ευθύς και ειλικρινής και χαμογελούσε αβίαστα. Και όμορφα. Και αυτό μ’ άρεσε.

Α, ναι, και το κοτσιδάκι. Είχε μονίμως δεμένα τα μαλλιά του σ’ ένα μικροσκοπικό κοτσιδάκι στη βάση του λαιμού του. Πάντα. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Λες και ήταν μια μικρή πολυτέλεια που παραχωρούσε στον εαυτό του.