Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέφτομαι άρα μουτζουρώνω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σκέφτομαι άρα μουτζουρώνω. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015

Early hours.

I’m feeling so inspired tonight. Which is a narcissistic, egomaniacal, self-centred, pseudo-intellectual bunch of crap. Not if you’re a real artist, like a big painter or musician or actor or something. If you’re someone like me, I mean. “Oh dear me, blimey, I’m so entirely encompassed by inspiration tonight, it’s utterly impossible to ignore, it’s seeping through my pores and filling the atmosphere!”.  What a moron.


Regardless. I’m inspired tonight. Trouble is, except the aforementioned, that I don’t know what the hell it is exactly I’m inspired about, or what the hell it is I’m inspired to bloody do. So I pace back and forth, unable to stop, unable to channel this energy, wasting time, feeling uneasy like I want to pee and there’s no toilet in sight. I don’t feel like talking to anyone, because I’m not in any position to put it into words, let alone attempt to explain what my problem is. I don’t feel like reading or baking or trying on 100 different outfits, or sleeping or running, because I deem all those activities unworthy of channelling my energy into. 

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Life lessons.

I’m beginning to realise something. Something that I knew of in theory, and that I’m now experiencing first hand. I’m realising that, except from good and bad people, there are also amoral people. People who don’t care about something being right or wrong, who don’t see fair and unfair, cruelty or kindness. They only see what’s profitable, what’s the best investment, which move will lead them to the desirable result. They cannot be reasoned with. They cannot be touched or moved or approached. They cannot be fought. They are not inherently good or evil, they simply have no moral compass. They can be kind and cruel in equal measure, they can worship you or crush you down in equal measure not because they feel anything, not driven out of spite or malice or hatred or gentleness or love, but because doing so is just good business. They believe idealism is a vague romantic philosophical concept, not something you can live your life by. They only understand the language of growth, and they will kiss and kill without remorse to achieve it. They will not look back with fear or nostalgia. They will keep going until their heart, a solely functional body part, stops beating.

It’s a very strange thing to interact with them. In my case it’s infuriating, making my insides burn and generates in me a desire to crush them all and fix the injustices they caused. But that’s such a useless way to go about it, trying to fight someone who doesn’t value morals by using your own sense of morality. There’s no point screaming at them “This isn’t fair!” when they wouldn’t even react if you screamed “This is so kind of you!” or if you screamed full stop, for that matter. But there are so many of them out there. So many who don’t, and will never, realise what a despicable way this is to spend your days.





Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

What Morpheus brings



I dream of dark seas and the wind howling down from the edge of a cliff. Trees around me are bending under its force, leaves flying in the darkness. Rain is whipping ancient ruins and thunder is rumbling in the distance, illuminating the freakishly beautiful landscape. A magnificent silver ship is dancing in the sea, like a precious toy. The moon hides and the night never ends. 

I dream of jet black horses running wild in violet-coloured fields next to crimson rivers at the foot of an impossibly high mountain that casts its shadow to all the land. Eagles are flying over my head without flapping their wings. 

I dream of nooses hanging from the branches of old trees that still echo the last agonising breaths of people who hung there. Of the tears that fell on the ground as their loved ones watched them die, unable to save them. 

Of bombed cities I dream, of buildings whose purpose remains unknown, of institutions like banks and committees and corporate responsibility organisations. Their definitions can now only be found in ancient dictionaries.  

I dream of foggy ruins at dawn, of magnificent chandeliers where spiders have now made their webs, shining like jewels in the mist. Of stone-carved fireplaces that haven’t seen glowing embers for a very long time. Poisonous plants now grow around them and birds have built their nests in there. The slightest movement makes dust fly around like a whisper.


Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2011

Μπιπ-μπιπ


Πόσο τα σπάνε οι Dresden Dolls. Πόσο. Δηλαδή εντάξει, είναι λίγο καταθλιψάρα. Αλλά τα σπάνε παρόλ’ αυτά. Ένα από τα τραγούδια που έχω φάει σκάλωμα τελευταία είναι αυτό που η τύπισσα έχει πάθει ψύχωση με το αμάξι του πρώην της και το ψάχνει κάπου στη Βοστόνη. Γιατί συνδέομαι. Εννοώ εντάξει, σκαλώνω με πολλά πράγματα, αλλά τα αυτοκίνητα των ανδρών που γουστάρω κατά καιρούς είναι τρελλό κόλλημα.

Πας (πάω) στο μαγαζί, και καλά κάνεις (κάνω) γύρους για να παρκάρεις, αλλά στην πραγματικότητα ψάχνεις (ψάχνω) να δεις (δω) αν το αμάξι του (του εκάστοτε «του») είναι ήδη εκεί. Η παλιά κόκκινη κάμπριο Toyota. Το σαράβαλο πράσινο Fiat, μαούνα-style. Το μπλε Vitara. Το μαύρο Forrester. Τρώω σκάλωμα με τα κωλωαυτοκίνητα. Αν είναι δυνατόν. Και αν και εφόσον το βρω, κάθομαι και το κοιτάω σα μαλάκας. Αμάξια μπορεί να κορνάρουν από πίσω, από δίπλα, κόσμος μπορεί να με κοιτάει περίεργα αν είμαι πεζή, γιατί στάνταρ φαίνεται σα να έχω σκοπό να σπάσω ας πούμε κανά παράθυρο και να το βουτήξω. Αλλά βασικά κατασκοπεύω. Τι έχει αλλάξει από την τελευταία φορά που το είδα; Α ναι, είναι πλυμένο (η Toyota και το Fiat αποκλείεται, τα άλλα δύο πλένονταν πού και πού). Έχει καινούρια βιβλία (το Vitara) ή σιντί (η Toyota και το Fiat) στο κάθισμα του συνοδηγού; Α, θαυμάσια. Μια φορά είδα ένα σαφώς γυναικείο φουλάρι στο κάθισμα του Forrester και κόντεψα να πεθάνω εκεί στη μέση του δρόμου που στεκόμουνα. Α, έχει παρκάρει λίγο στραβά. Που σημαίνει α) ότι βιαζότανε (η Toyota) ή β) ότι είναι ψιλολιώμα (το Vitara ή το Fiat). Τα τελευταία δύο είχαν συνήθως τρίχες στην πλάτη του οδηγού (καστανές σχετικά κοντές το ένα, μακριές σγουρές μαύρες το άλλο). Εισιτήρια από συναυλίες, συσκευασίες KitKat, σκυλοτροφές, ανεμιστήρες, φούτερ, σκληροί δίσκοι, πλαστικά ποτήρια με φραπέ ή φρέντο, αναψυκτικά ή ποτά, σημειώσεις, Old Holborn κίτρινοι, αναπτήρες, μερικές φορές κλειδιά ή κινητά. Ό,τι να ‘ναι. Ότι έχω κι εγώ στ’ αμάξι μου. Ό,τι έχουν όλοι στ’ αμάξια τους. Αλλά σε μένα τα αντικείμενα αυτά λέγανε ολόκληρες ιστορίες. Πραγματικά μερικές φορές δεν πάρκαρα καν, απλά κοιτούσα τα αυτοκίνητα για λίγο κι έφευγα.

Αναίσχυντη κατασκοπία. Θα έπρεπε να ντρέπομαι. Αλλά όχι. Τρώω σκάλωμα. Κι αναρωτιέμαι. Ψάχνουν (ψάχνανε μάλλον) κι αυτοί το μπλε Clio με τη γούβα στο πορτ-μπαγκάζ; Ε;

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011

Βρουμ βρουμ


Γράφω, σβήνω, ξαναγράφω, μουτζουρώνω. Η ίδια δουλειά εδώ και βδομάδες. Δε μ’ αρέσει τίποτα. Μισώ τη συννεφιά, την υγρασία, το γραφείο και όλο τον κόσμο και μένα μαζί. Προσπαθώ να διοχετεύσω την οργή δημιουργικά. Στη δουλειά, στο δωμάτιό μου, στα γραφτά μου. Αλλά γίνεται αυτό; Δε ξέρω. Αγοράζω ξανά ρούχα και βάφω ξανά τα μαλλιά μου και τρέχω ξανά στο γυμναστήριο. Δεν αλλάζει τίποτα. Ή μήπως αλλάζει κάτι;

Βγαίνω έξω, μιλάω, χορεύω, φωνάζω. Πίνω. Πολύ. Το κεφάλι μου γίνεται σβούρα και γελάω υστερικά και τρεκλίζω στα ψηλά τακούνια μου. Για έναν άνθρωπο με το δικό μου σωματότυπο δεν είναι δύσκολο να φανώ προκλητική. Υπάρχουν στιγμές που με κοιτάνε όλοι. Άλλες φορές μ’ αρέσει η προσοχή κι άλλες ψάχνω να βρω ό,τι πιο αδιάφορο και ουδέτερο υπάρχει στη ντουλάπα μου, ώστε να μη με προσέξει κανείς.

Όταν πίνω ο κόσμος αλλάζει. Μεταμορφώνεται σε μια εθνική οδό που τα αυτοκίνητα τρέχουν με ιλιγγιώδεις ταχύτητες. Σε σωματίδια που εκρήγνυνται στο διάστημα. Στο χάος που επικρατεί σ’ ένα χρηματιστήριο. Στον πανικό ενός γραφείου εφημερίδας. Τα πάντα τρέχουν και τρέχω κι εγώ μαζί. Ποτά, κουβέντες, ρυθμοί, φώτα, τσιγάρα, πρόσωπα, χορός. Όλα γίνονται ταυτόχρονα. Όλα θέλω να τα κάνω ταυτόχρονα. Και όταν γυρίσω σπίτι τα πάντα χορεύουν μες το κεφάλι μου. Θυμάμαι πράγματα που έχω θάψει από καιρό, ανθρώπους που έχω ξεχάσει, μέρη και κουβέντες και εικόνες που έχω διαγράψει από τη μνήμη μου. Λυπάμαι λίγο. Χαίρομαι λίγο. Αρπάζω το τηλέφωνο για να συνδέσω μια φωνή με τις ξεχασμένες μνήμες. Κοιτάω το όνομα στην οθόνη. Το βάζω στο αθόρυβο και θάβομαι κάτω από το πάπλωμα.

Και μέσα από τον ίλιγγο της μέθης έρχεται η αδράνεια. Η τρομερή ησυχία. Τα πάντα όλα βγάζουν το σκασμό. Με αγκαλιάζει σφιχτά, δε μ’ αφήνει να φύγω. Αλλά δε δυσανασχετώ. Παραδίνομαι απόλυτα και κοιμάμαι για δεκατέσσερις ώρες.

Με αποδέχομαι σιγά σιγά. Μπορεί. Μπορεί και όχι.

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Τι;

Turn my grief to grace, ψιθυρίζει στ’ αυτί μου. Μέσα στη θολούρα μου δε το σκέφτομαι, δε το επεξεργάζομαι. Τώρα πάλι το θυμήθηκα. Τόσο καιρό μετά αναδύεται στον ορίζοντα της σκέψης μου και μένω αδρανής. Και το σκέφτομαι.

Αυτό είναι; Βουλιάζεις τόσο πολύ στην απελπισία ώστε να μη θες να ξαναβγείς; Βολεύεσαι μέσα στην αρπάγη της και μένεις εκεί;

Και μετά; Τη φέρνεις στα μέτρα σου, την κάνεις όμορφη; Την οικειοποιείσαι και φτιάχνεις απ’ το χλωμό της πρόσωπο κάτι όμορφο; Προσποιείσαι ότι η ανάσα της που πονά είναι χάδι;

Κι ο καταλύτης ήμουν εγώ; Ήμουν εγώ που σ’ έκανα να πάψεις να την πολεμάς; Και τι να σκεφτώ για μένα; Είμαι το θαύμα ή το όνειδος;

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

αληθώς

Τα παρακάτω είναι εμπνευσμένα από το ρακούν, που ένα βράδυ γύρισε από ένα meeting παρέα μ’ ένα σολομό που δεν προοριζόταν για δείπνο.

- ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ! (το ρακούν πανικοβάλλεται)
- Τι πάθαμε; (προβληματίζομαι)
- …. (το ρακούν με συνδέει με Κάιρο)
- ΕΛΑ ΛΕΩ. Τι πάθαμε; (επιμένω)
- Δεν έχω έμπνευση πάθαμε. (εξομολογείται)
- Τι είδους έμπνευση; (θέλω διευκρινίσεις τρομάρα μου)
- Συγγραφική. Γράφω αλλά είναι μπλιάχ. (το ρακούν δεν έχει έμπνευση. Μάλιστα.)
- Ο φόβος δεν είναι αντικείμενο φιλοσοφικών συζητήσεων. Είναι συναίσθημα χειροπιαστό, απτό, το νιώθεις στη σάρκα σου, το νιώθεις να κυλά σιγά σιγά στη βάση του κρανίου σου, να καταπίνει όλη σου τη λογική και αυτοκυριαρχία, μέχρι που σε κυριεύει απόλυτα, μέχρι που κάνει τα δάχτυλά σου να τρέμουν και μέχρι να πιστέψεις ότι τίποτα, μα τίποτα απολύτως δεν είναι βέβαιο σ' αυτή τη ζωή, δεν υπάρχει τίποτα
να πιαστείς, από πουθενά να κρατηθείς, και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τον αφήσεις να σε κυριεύσει και να μη σταματήσεις ν' αναπνέεις.
- …
- Ορίστε.
- Ψωνάκι. (Ταύρος με τα όλα της η φιλενάδα μου, είπαμε)

Η ειλικρίνεια δεν παίζει με τίποτα. Δε μπορεί να είσαι ειλικρινής. Δε γίνεται. Εγώ το προσπαθώ δηλαδή, αλλά δε γίνεται. Μάλλον προσπαθούσα. Από ένα σημείο και μετά το εγκατέλειψα.

Κάποτε, στη σχολή, αντέγραψα σ’ ένα διαγώνισμα. Το ίδιο και η διπλανή μου. Ο επιτηρητής την έπιασε και της μηδένισε την κόλλα. Εμένα δε μ’ έπιασε και δε το ‘πα ποτέ. Κανείς δε νοιάστηκε, και πέρασα και το μάθημα. Ωστόσο το σκεφτόμουν μετά για μέρες, ότι δεν είναι σωστό, ότι υπήρχαν κι άλλοι που είχαν διαβάσει και δεν ήταν δίκαιο και τέτοιες αηδίες. Αυτό δεν ήταν ακριβώς ψέμα βέβαια, ούτε όμως ήμουν και ειλικρινής.

Και σκέφτομαι αν είμαι μόνο εγώ ή άμα έτσι είναι όλοι. Άμα όλοι προσπαθούν να καταχωνιάσουν κάπου το μικρό δαίμονα που είναι στ’ αλήθεια και να δείχνουν προς τα έξω κάτι άλλο. Και είναι όντως δαίμονας αυτό που έχω μέσα μου, που άμα τον έβγαζα έξω θα τρέχανε όλοι πανικόβλητοι; Υπάρχουν άλλοι ας πούμε που κρύβουν μέσα τους αγγελάκια και ουράνια τόξα και αρκούδια;




Και δεν είναι κάτι παροδικό. Πολλές φορές, κάθε μέρα, έχω την ευκαιρία να είμαι ειλικρινής και δεν είμαι. Σφίγγω τις παλάμες μου κάτω από το τραπέζι μέχρι να ματώσουν. Στην αρχή νόμισα πως το κάνω για τους άλλους. Αλλά όχι. Για το τομάρι μου το κάνω.

Κάποτε έκανα κοπάνα από την άλγεβρα και πήγα κάτω από το πεύκο και έτρωγα πατατάκια με σοκολάτα με τη Μαρίνα. Κάποτε κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και σκέφτηκα ότι πρέπει να κάνω δίαιτα / μακρύνω τα μαλλιά μου / ισιώσω τα μαλλιά μου / σταματήσω επιτέλους να φοράω αυτό το τζιν. Κάποτε κλείστηκα στο δωμάτιό μου με ραγισμένη καρδιά και μάτια τούμπανα απ’ το κλάμα και σκέφτηκα ότι θέλω να πεθάνω. Κάποτε είπα λόγια που πλήγωσαν κάποιον που αγαπάω. Κάποτε έκλεισα μια πόρτα / το τηλέφωνο και άρχισα να χοροπηδάω και να τσιρίζω και να τρελλαίνομαι επειδή κάποιος μου είπε ότι μ’ αγαπάει / πήρα το ρόλο / πήρα το σόλο στην επόμενη παράσταση / πήρα αύξηση. Κάποτε ξόδεψα απερίσκεπτα όλο μου το μηνιάτικο σε σατέν δεκάποντες μώβ γόβες / ταξίδι στο Βερολίνο. Κάποτε την είδα πολύ εναλλακτικά και έκανα τρύπα στη μύτη / αγόρασα κίτρινα Dr Martens’ / έβαψα τα μαλλιά μου μαυροβυσσινομώβ. Κάποτε κάποιος έβαλε τα κλάμματα κι εγώ έβαλα τα γέλια. Κάποτε πλήρωσα υπέρβαρο γιατί θέλησα οπωσδήποτε να πάρω μαζί μου δέκα ζευγάρια γόβες. Κάποτε έκανα μια φοβερή βλακεία στη δουλειά αλλά δεν είπα τίποτα στο διευθυντή γιατί κώλωσα. Κάποτε πεθύμησα τη μυρωδιά της μαμάς μου. Κάποτε τσακώθηκα με το γκόμενό μου και του έκανα το σπίτι λαμπόγυαλο ενώ εκείνος δεν έκανε τίποτα για να με σταματήσει. Κάποτε έπεσα πάνω σε μια κολόνα στη μέση του δρόμου γιατί χάζευα τον τύπο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Κάποτε έφαγα μια φρίκη κι άκουγα καψουροτράγουδα όλη μέρα. Κάποτε κάποιος άνοιξε την πόρτα και με βρήκε να χοροπηδάω με ακουστικά και με τα εσώρουχα. Κάποτε είπα ψέματα σε κάποιον ότι τον αγαπάω. Κάποτε είπα ψέματα σε κάποιον ότι δεν τον αγαπάω. Κάποτε με έπιασε μια φοβερή λιγούρα κι έκλεψα ένα λουκουμά από τη συγκάτοικο. Κάποτε προφασίστηκα κάτι επείγον για να φύγω από το καφέ / μπαρ / σπίτι, επειδή βαρέθηκα αισχρά την κουβέντα. Κάποτε έκανα κάτι μόνο και μόνο για να πληγώσω κάποιον που με πλήγωσε. Κάποτε πήρα κάποιον τηλέφωνο με παιδιάστικο ενθουσιασμό να του πω ότι δε μπορώ να ζήσω χωρίς αυτόν κι έφαγα τέτοιο γείωμα που ρώτησα απλώς Τι κάνεις; Πώς περνάς; κι έκλεισα το τηλέφωνο βιαστικά και προσπάθησα να θυμηθώ πώς αναπνέουν.
Όπως όλοι; Ή μόνο εγώ;

Ή μόνο εγώ δε το είπα ποτέ;

Κι έρχεται η ώρα που σκας και τα ξερνάς όλα μονομιάς; Να ξέρω άμα είναι να αρχίσω τα τηλέφωνα.

Πέμπτη 5 Νοεμβρίου 2009

Απραξίας μέρος πρώτο

Μερικές φορές όλα φαίνονται πάρα πολύ κοντινά και πάρα πολύ μακρινά. Μερικές φορές όλα είναι πολύ ξεκάθαρα κι άλλες φορές τόσο μπερδεμένα. Προσπαθώ να βάλω τα πάντα σε τάξη κι όταν νιώθω ότι τα καταφέρνω νιώθω ότι ανοίγουν ξαφνικά πόρτες και ορμάει μέσα η καταιγίδα και τα σαρώνει όλα. Και μένω μες τη μέση του δωματίου και τρέμω. Περιμένω να περάσει, κάποτε. Περιμένω να περάσει και να τα ξαναμαζέψω όλα. Και πάλι. Και ξανά. Και δε σταματάω. Και δεν παραιτούμαι. Και πιστεύω ότι κάποια στιγμή θα κλειδώσω όλες τις πόρτες και θα κλείσω έξω την καταιγίδα. Αλλά αυτό είναι παράλογο. Δε μπορείς να αποστειρωθείς στο δωμάτιο και να ξεχάσεις την καταιγίδα. Τη χρειάζεσαι. Είναι κομμάτι αυτού του κόσμου. Έρχεται για να σου θυμίσει ότι είσαι εφήμερος και θραυστός, αλλά αυτό δεν είναι κακό. Δεν είναι καταστροφικό. Είναι φυσικό. Είναι απαραίτητο για να σε ξεκολλήσει από την αδράνεια. Νιώθεις το νερό και τον αέρα και το κρύο στο δέρμα σου και ξέρεις ότι είσαι ζωντανός. Δε γίνεται χωρίς την καταιγίδα. Τι θα ήταν μια συνεχόμενη άνοιξη, ή μια συνεχόμενη καταιγίδα; Μονοτονία. Απραγία.

Δεν ξέρω.

Το κενό είναι περίεργο πράγμα.
Όταν νιώθεις το κενό είναι ακόμα πιο περίεργο.
Το νιώθεις να μεγαλώνει και να στροβιλίζεται μέσα σου, και μετά το κενό γίνεται δίνη και αρχίζει να ρουφάει τα πάντα.
Στην αρχή ρουφάει μικροπράγματα που ξεχνάς μέσα στη μέρα και αναρωτιέσαι πώς συνέβη αυτό.
Κλειδιά, ομπρέλα, μεσημεριανό, χαρτιά που έπρεπε οπωσδήποτε να πάρεις μαζί σου και διάφορα άλλα τέτοια.
Μετά το κενό μεγαλώνει κι άλλο.
Και αρχίζεις να ξεχνάς προθεσμίες, γενέθλια, δουλειές που έπρεπε να κάνεις. Αναρωτιέσαι πώς διάολο συνέβη και αυτό και ξαφνικά αρχίζεις να καταγράφεις και να σημειώνεις τα πάντα για να μη ξαναξεχάσεις τίποτα.
Και μετά το κενό γίνεται στρόβιλος, δίνη.
Και αρχίζεις να ξεχνάς και ανθρώπους και καταστάσεις και γεγονότα.
Όχι με την έννοια ότι δε τους θυμάσαι πια, αλλά με την έννοια ότι όσα σου έχουν συμβεί νομίζεις ότι έχουν συμβεί αιώνες πριν, και οι άνθρωποι είναι έτη φωτός μακριά και ότι δεν υπάρχει πια τίποτα στον κόσμο παρά μια τελετουργία καθημερινή που την τηρείς με ευλάβεια γιατί νομίζεις ξαφνικά ότι από όλο τον κόσμο το μόνο πράγμα που έχει μείνει όρθιο είναι αυτή ακριβώς η τελετουργία.
Και το πιο περίεργο απ’ όλα.
Από ένα σημείο και μετά παύεις να προσπαθείς να ελέγξεις τα πάντα.
Παύεις να πανικοβάλλεσαι από την ύπαρξη του κενού και απλώς το κουβαλάς παντού μαζί σου αλλά δε σε βαραίνει πια.
Κάποια στιγμή όλα γίνονται εύκολα, γιατί πλέον έχεις αποστασιοποιηθεί από τα μεγάλα και σημαντικά και ασχολείσαι με μικρές αηδιούλες.
Ψαράκια στο ποτάμι.
Κόκκινα αυτοκίνητα το πρωί στην εθνική.
Χρώματα στο ηλιοβασίλεμα.
Στάλες που έχουν σταθεί πάνω στους ιστούς και λαμποκοπάνε στο πρωινό φως.

Σήμερα το πρωί ξύπνησα τέσσερα ολόκληρα λεπτά πριν χτυπήσει το ξυπνητήρι γιατί το αναπληρωματικό μαξιλάρι νούμερο 2 που μοναδική του δουλειά είναι να υπάρχει ανάμεσα σε μένα και τον τοίχο (και το οποίο είχα πετάξει στον τοίχο λίγο ατσούμπαλα πριν κοιμηθώ) αποφάσισε να πέσει στη μούρη μου μετά από 6 ώρες και 45 λεπτά πλήρους ακινησίας.
Εξεπλάγην, η αλήθεια είναι.

Επίσης το πλύσιμο των πιάτων.
Το πλύσιμο των πιάτων είναι κι αυτό περίεργη διαδικασία.
Στριφογυρνάω στην κουζίνα, μαζεύω ύπουλα κρυμμένα πιάτα και κούπες από διάφορα κουλά μέρη του σπιτιού (γιατί η Μυρσίνη από μόνη της δημιουργεί ακαταστασία για πέντε).
Και μετά δεν ξέρω τι γίνεται, μάλλον το ζεστό νερό που τρέχει στα χέρια μου δημιουργεί κάποιου είδους χαύνωση στον εγκέφαλό μου και τα κατσαρολικά απλώς πλένονται.
Θα μπορούσα να ορκιστώ ότι δεν τα έπλυνα εγώ, απλούστατα γιατί δε θυμάμαι τίποτα από την όλη διαδικασία.
Αισθάνομαι ξαφνικά φοβερά ικανοποιημένη με το άτομό μου και απολύτως ικανή να κάνω όλες τις δουλειές του σπιτιού.
Και μάλιστα αδιαμαρτύρητα.
Το συναίσθημα αυτό διαρκεί περίπου τρία πικοσεκόντ και μετά εξαφανίζεται.
Μέχρι το επόμενο απόγευμα, όπου γυρνάω σπίτι και διαπιστώνω ότι η μαζεμένη κουζίνα που άφησα χτες έχει γίνει πάλι μπάχαλο.
Πώς γίνεται σε μια μέρα να χρησιμοποιεί ένα άτομο τουλάχιστον 3 κατσαρόλες, τρίφτη, τηγάνι, σουρωτήρι, χτυπητήρι για τα αυγά, τσαγιέρα, καφετιέρα, 5 κούπες, πιάτα βαθιά και ρηχά, μπολάκια και μαχαίρι του ψαριού πραγματικά δεν καταλαβαίνω.
Οπότε ξαναμαζεύω.
Και ξαναγίνεται μπάχαλο.
Και ξαναμαζεύω.

Ντάξει, δεν είμαι ο πιο τακτικός άνθρωπος του κόσμου, σε καμμία περίπτωση.
Ωστόσο θα μου άρεσε να μην ακροβατώ ανάμεσα σε χιλιάδες άχρηστα και χρήσιμα παραφερνάλια που απλώς πιάνουν χώρο.
Το καλώδιο ethernet που δε δουλεύει, ας πούμε.
Τι θα το κάνεις;
Γιατί το κρατάς;
Εκατοντάδες πλαστικά καπάκια μέσα σε μια κανάτα.
Πλαστικά λουλούδια.
148 πετσέτες κουζίνας.
Σκεπαστήρι για τα πιάτα με ανάγλυφα κίτρινα και γαλάζια και ροζ λουλούδια. Απαράδεκτο.
94 φλυτζάνια, όλα διαφορετικά μεταξύ τους.
Πλαστικά καλύμματα γιαουρτιού και λοιπών σαλτσοειδών.
Λαμπατέρ.
Και δεν εννοώ λάμπα, εννοώ μόνο το σκουφάκι της λάμπας.
Ταξιδιωτικοί οδηγοί για τα ελληνικά νησιά εκδοθείς το 1979.
Κασέτες.
Κασέτες;
Υπάρχει μια κουβέρτα κρεμασμένη στην κουπαστή της σκάλας από την 9η Αυγούστου 2009.
Εγώ δηλαδή μετακόμισα τότε και τη βρήκα εκεί.
Μπορεί απλώς να υπάρχει από πάντα. (ποια καλέ; αυτά τα γλυκούλικα αρκουδάκια;)

Επίσης η Μυρσίνη έχει τρεις γάτες. Μου αρέσουνε οι γάτες που είναι αυτόνομες και τα σχετικά, αλλά αποφάσισα ότι είμαι σαφώς φαν των σκυλιών. Σαφώς. Έχω μεγαλώσει με διαφόρων ειδών ζώα και πιστεύω ότι μου αρέσουν όλα – αλλά πιο πολύ τα σκυλιά. Εννοώ, δες τις γάτες της Μυρσίνης. Όλη μέρα μασουλάνε ή γκρινιάζουν επειδή θέλουν να μασουλήσουν, κάνουν κουτρουβάλες άνευ λόγου και αιτίας και κοιμούνται μέσα στο καλάθι με τα άπλυτα. Αυτό πάλι πώς σου φάνηκε;
Βέβαια. Δε μας αρέσουν οι γάτες. Είμαστε άνθρωποι των σκυλιών. Το αποφασίσαμε.

Οι καινούριοι του γραφείου που με ψήνουνε να συγκατοικήσουμε είναι φαν των γάτων. Η κοπελιά ειδικά φοβάται οποιοδήποτε σκυλί είναι μεγαλύτερο από γάτα. Ο τυπάς πάει κι έρχεται. Είμαι στο τσακ να αγοράσω ένα ογκώδες μαλλιαρό σκύλο, ώστε να το σκεφτούν πολύ περισσότερο. Απλά σκέφτομαι τι θα κάνει το ζωντανό μόνο του τις άπειρες ώρες που δουλεύω. Αλλά ένας μεγάλος σκύλος είναι πολύ ψηλά στη wishlist μου αυτό τον καιρό.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Nothingness

Πώς έφτασα σπίτι απόψε, δεν ξέρω. Κάποια στιγμή χάθηκα, βρέθηκα σ’ ένα δρόμο που δεν ήξερα, και κάτι σκυλιά κυνηγούσαν το αυτοκίνητο. Οδήγησα; Μάλλον…αλλά από πού; Και πού πήγαινα; Τι είχα σκοπό να κάνω; Έκανα βόλτες με το αυτοκίνητο μάλλον. Τίποτα. Δε συμβαίνει τίποτα που να με αφορά…δεν υπάρχει τίποτα. Κενό. Μόνο αυτό. Πώς να ζήσεις με αυτό; Τι θα γίνει; Δε θέλω τίποτα. Θέλω μόνο να ξαπλώσω και να ηρεμήσω. Και να μην κουνηθώ ξανά ποτέ. Για κανένα λόγο. Τίποτα δεν έχει νόημα. Βαράω τις γροθιές μου σ’ έναν τοίχο άθραυστο. Στο τίποτα. Χωρίς σκοπό. Νομίζω ότι παλεύω. Δεν παλεύω όμως. Δεν υπάρχει τίποτα για να παλέψω. Τίποτα. Κανείς δεν είναι εδώ. Τίποτα δεν υπάρχει. Τίποτα δεν αξίζει να παλέψω. Μάταια ματώνω τις γροθιές μου. Το αίμα ρέει άσκοπα. Όπως πάντα. Δε μπορούσα να δω. Δεν ήθελα να δω. Νόμιζα ότι όλα γίνονται για κάτι. Νόμιζα ότι κάτι υπάρχει εκεί έξω. Κάτι μεγαλύτερο από μένα, ένας απώτερος σκοπός, ένα νόημα. Δεν υπάρχει τίποτα. Τίποτα. Δεν ξέρω γιατί είμαι ακόμα ζωντανή. Αγγίζω το δέρμα μου και νιώθω ένα μούδιασμα μόνο. Τίποτε άλλο. Λες και δεν είναι τα δικά μου δάχτυλα. Λες και βλέπω όλο τον κόσμο πίσω από μία μεμβράνη. Όπως τότε… Κανείς δεν είναι όπως πιστεύουμε. Κανένα δεν ξέρουμε τόσο καλά όσο νομίζουμε. Τίποτα δε μπορεί να γίνει όπως πριν. Κι εγώ θέλω τόσο πολύ να γίνουν όλα όπως πριν…τότε που νόμιζα ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο…τότε που νόμιζα ότι κανείς δεν είναι πραγματικά κακός…κανείς δεν είναι στ’ αλήθεια σκληρός κι εκδικητικός…έτσι πίστευα…τι βλάκας…τι ανόητη…Πού να σου εξηγώ…δεν αντέχω άλλο…εγώ αγαπάω τόσο τη ζωή…πώς κατάντησα έτσι εγώ; Τίποτα. Ούτε εσύ, ούτε τίποτα. Θολούρα. Θολούρα και κόκκινα μάτια. Και πίκρα. Και φυγή. Και λησμονιά.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Happy fuckin' birthday

Θυμάμαι αμυδρά, όταν ακόμα δεν ήμουνα σίγουρη για το τι θέλω να φοράω, ή για το τι ακριβώς είναι πανεπιστήμιο, όταν ακόμα δεν είχα ιδέα τι σημαίνει ελευθερία, θυμάμαι λοιπόν τη φίλη μου τη Μαρίνα να γκρινιάζει ότι δε την παλεύει να γυρνάει από τη Μυτιλήνη στο εφηβικό της δωμάτιο, ότι συνήθισε να είναι μόνη της.

Σειρά μου τώρα. Έχοντας παραδεχτεί εδώ και χρόνια ότι περνάω όλες μου τις επαναστάσεις και τις περίεργες τάσεις της εφηβείας σε μια ηλικία σχετικά προχωρημένη όπου η εφηβεία μοιάζει όνειρο, πρέπει να πω ότι ακόμα ακροβατώ μεταξύ σοβαρότητας και βλακείας, μεταξύ του τι είναι και τι δεν είναι αποδεκτό και κυρίως γύρω από το τι περιμένουν οι άλλοι από μένα κι αν υπάρχει ποτέ καμμιά περίπτωση να περιμένουν κάτι που να συμβαδίζει επιτέλους με ότι περιμένω εγώ από μένα.

Το θέμα είναι ότι έφτασα στο σημείο που προτιμώ να γυρίσω πίσω αλυσοδεμένη παρά να συνεχίσω να ζω στην Αγγλία έτσι όπως ζω τώρα.

Έγινα 25 πρόσφατα και, παρ’ όλο που κάποια στιγμή πήγα να το πιστέψω, δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Ήρθε όμως η στιγμή που σκέφτηκα τι έχω κάνει μέχρι τώρα, πώς έχω κάνει ότι έχω κάνει μέχρι τώρα, με ποιους ανθρώπους έχω μοιραστεί ότι έχω κάνει μέχρι τώρα και, τελικά, ποιο είναι για μένα το σημαντικότερο πράγμα σ’ αυτή τη ζωή; Και πώς θα φτάσω εκεί;

Οι συζητήσεις για τον καιρό είναι ένα θέμα για το οποίο όλος ο πλανήτης κοροϊδεύει τους Άγγλους. Θεωρώ όμως ότι δεν είναι δυνατόν να μείνεις νοήμον ον για πολύ καιρό σ’ αυτή τη χώρα και μ’ αυτό τον καιρό. Τελικά νομίζω ότι η Μεσόγειος και οι συνήθειες που το μεσογειακό μοντέλο συνεπάγεται είναι πολύ πιο βαθιά ριζωμένες στο DNA μου απ’ όσο ήθελα να πιστεύω. Αυτό σημαίνει ότι ξυπνάω το πρωί νιώθωντας μια δερμάτινη αρβύλα να ζουλάει την καρδιά μου – χωρίς κανένα προφανή λόγο. Συνεχίζω να την κουβαλάω μαζί μου όλη μέρα σε ότι κάνω, στενάζοντας κάτω από το βάρος της κι από τις λάσπες της σόλας της. Και πρέπει επιτέλους να την ξεφορτωθώ. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – σε καμμά περίπτωση – ότι άμα γυρίσω πίσω όλα θα γίνουν ξαφνικά ροζ με καρδούλες και ουράνια τόξα – τουναντίον. Αλλά.

Οι άνθρωποι με τρομάζουν τρομερά, όπως έχω ξαναπεί. Ιδίως οι άνθρωποι που με ξέρουν, που μπορούν να καταλάβουν τι σκέφτομαι πριν μιλήσω. Η αλήθεια όμως είναι ότι τους χρειάζομαι αυτούς τους ανθρώπους, είναι κομμάτι από μένα. Και κανείς τους δεν είναι εδώ. Κι αυτό είναι το βασικό πράγμα που πρέπει να αποφασίσω. Τους χρειάζομαι τόσο που να αξίζει τον κόπο να γυρίσω πίσω; Η απάντηση, δυστυχώς ή ευτυχώς είναι...μακάρι να 'ξερα ποια είναι.

Θα ήταν ενδεχομένως άδικο να πω ότι περνάω άσχημα στην Αγγλία. Τα έχω βρει μπαστούνια με τη συγκατοίκηση όντως και ώρες ώρες νομίζω ότι θα εκραγώ απ’ τις ζοχάδες μου, αλλά κατά τ’ άλλα περνάω καλά. Όχι όμως τόσο καλά όσο με τους ανθρώπους που μιλάνε τη γαμημένη τη γλώσσα μου. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Έτσι λέω τώρα. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι δε θα αλλάξω γνώμη μέσα στα επόμενα 45 δευτερόλεπτα, όπως συνήθως. Τα χρυσόψαρα έχουν βραχεία μνήμη. Εγώ έχω βραχείες γνώμες και στάσεις απέναντι στη ζωή τη δική μου και ενίοτε και των άλλων.

Παράνοια;

Πάω να τελειώσω τις πληρωμές τώρα γιατί αρκετά με τις υπαρξιακές μου ανησυχίες πρωινιάτικα.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Αναποφάσιστη

Τι; Όλα. Τίποτα. Το τώρα. Το χτες. Το απρόβλεπτο. Το χτύπημα στο στομάχι. Το χαμόγελο και το θρόισμα των δέντρων. Τα νερά και η έρημος. Μαύρο και πράσινο. Μοβ και βυσσινί. Κίτρινο και μπλε. Γαλάζιο και λευκό. Όλα είναι απαίσια. Όλα είναι τέλεια. Όλα είναι ανησυχητικά. Όλοι είναι σοβαροί. Όλοι είναι τρελλοί. Όλοι είναι αδιάφοροι. Λεφτά λεφτά λεφτά. Έχουμε καταντήσει να σκεφτόμαστε όλο τα κωλολεφτά. Γίνεται να μη με απασχολήσουν ποτέ ξανά τα λεφτά;

Νυστάζω σήμερα. Νιώθω κουρασμένη και δεν έχω κάνει τίποτα. Λευκό και γκρι. Χακί και κόκκινο. Φανάρια, κάμερες, κιγκλιδώματα, virtual διαφημίσεις, αστυνομικοί, βρώμα, μαυρίλα. Το Children Of Men δε μου φαίνεται και τόσο εξωπραγματικό πλέον. Είναι μάλλον η αναπόφευκτη κατάληξη.

Μπαλόνια. Μπαλόνια;
Μου λείπει η Αθήνα. Αλλά δε θέλω να γυρίσω. Τι σχιζοφρένεια!
Κανείς δεν κοιτάει κανέναν.
Κανείς δεν προσέχει τίποτα.

Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται εμένα.

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

I can see you

Στο δωμάτιό μου ξεκουράζονται χαλαρά οι κούτες με τα πράγματά μου που έφερα από τη Γαλλία. Πού και πού με κοιτάνε απορημένες, ρωτάνε αν έχω σκοπό να τις ανοίξω. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω. Δεν αποφασίζω να τις ανοίξω γιατί δεν ξέρω αν θα μείνω. Δεν ξέρω αν αυτό το σπίτι θα γίνει σπίτι μου. Δεν ξέρω αν θέλω να γίνει σπίτι μου.
Ο καιρός περνάει πολύ γρήγορα τώρα τελευταία. Άρα περνάω καλά μάλλον. Δεν έχω τις παρέες μου, δεν έχω καν κάποιον να μιλάει τη γλώσσα μου∙ αλλά ίσως αυτό να μην έχει & πολλή σημασία.

Είμαι ξαπλωμένη στο χορτάρι με κλειστά μάτια και νιώθω στο δέρμα μου τον ήλιο να παίζει κρυφτό με τα σύννεφα. Το χορτάρι γαργαλάει τις παλάμες μου. Ένα πράσινο ζωύφιο χοροπηδάει στα δάχτυλά μου. Ξέρω ότι είσαι εκεί. Νιώθω την αύρα σου γύρω μου παντού. Ξέρω ότι οι κατάμαυρες ίριδες των ματιών σου με παρακολουθούν.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2009

Αναπολώντας την Αθήνα

Κοιτάω κάτω. Οι μοβ σατινένιες γόβες μου με κοιτάνε κι αυτές και μου λένε «Άστο κοπελιά, δε το ‘χεις. Σήμερα δε το ‘χεις.» Τις αγνοώ. Κοιτάω τα μάτια μου στον καθρέφτη του οδηγού. «Το ‘χεις χάσει, το ξέρεις; Μιλάς με τα παπούτσια σου.» Πετάμε το τσιγάρο, φοράμε το γυαλί. Φύγαμε. Κατεβαίνουμε την εθνική όπως κάνουμε κάθε μέρα τα τελευταία έξι συναπτά έτη. Όπως πάντα υπάρχουν διάφοροι απίστευτοι τύποι δεξιά κι αριστερά που λατρεύω να τους παρατηρώ (αλλά μη φύγουμε και σε κανένα διάζωμα). Οι οδηγοί νομίζουν ότι είναι αόρατοι, λες και τα αυτοκίνητα είναι φτιαγμένα από συμπαγές μπετόν. Γελάω μόνη μου πάλι. Φτάνω μετά από 45 λεπτά (γιατί δεν έχει κίνηση και γιατί όταν είμαι μόνη στο αυτοκίνητο – πάντα δηλαδή – τρέχω σαν τρελλή) παρατηρώντας με στερεοσκοπική όραση μη μας την πέσει κανένας πολjιτσμάνος, γιατί εννοείται δεν κυκλοφορούμε στο δακτύλιο σήμερα. Βρίσκω να παρκάρω στη Σίνα και κάνω νοερό memo να παίξω λόττο αύριο. Κατεβαίνω, παίρνω τις σακούλες στο ένα χέρι, τον καφέ στο άλλο, ψιλοτρέχω γιατί έχω αργήσει και πάντα πάντα πάντα μετά από τρία λεπτά γυρνάω πίσω γιατί δε θυμάμαι αν κλείδωσα. Κάπου στο μεσοδιάστημα πάντα πάντα πάντα χτυπάει το κινητό, χαίρομαι, σκέφτομαι ότι είναι ο μπάρμαν με κανά χαζό σχολιάκι για να ξεαγχωθώ, αλλά φυσικά όχι μόνο δεν είναι ο μπάρμαν, αλλά όταν επιτέλους βρίσκω το τηλέφωνο έχει σταματήσει να χτυπάει κι υπάρχει από ένα άγνωστο σταθερό ένα μήνυμα στον τηλεφωνητή του στυλ «Έλα, εγώ είμαι, πάρε με.» χωρίς βέβαια να πει ποιος είναι και κάθομαι σαν την ηλίθια κάθε φορά ν’ αναρωτιέμαι ποιο υπερφίαλο εγωκεντρικό ον με πήρε. Αίσχος.

Μπαίνω στο Ροζ. Επικρατεί το ίδιο χάος όπως κάθε μέρα. Ενθουσιώδη σχολιάκια ακούγονται από την ομήγυρη αλλά δε μασάω, είναι οι γόβες, είναι πάντα οι γόβες. Τους κοιτάω επιτιμητικά. Άλλοι σφουγγαρίζουν, άλλοι μαζεύουν τα πάντα που είναι πεταμένα παντού, άλλοι διαβάζουν το κείμενο, άλλοι ράβουν ξηλωμένα ρούχα, άλλοι τεντώνονται, χασμουριούνται και πίνουνε καφέ και λένε για την εξεταστική που δε λέει να τελειώσει ποτέ. Αυτοί ακριβώς οι τελευταίοι με το που με βλέπουν σηκώνονται και τρέχουν προς όλες τις κατευθύνσεις χωρίς λόγο κατά την ταπεινή μου άποψη, γιατί εγώ είμαι πααααρα πολύ γλυκιά όπως όλοι ξέρουμε, αλλά αυτοί σκέφτονται «Μαλάκες πάμε να κάνουμε καμμιά δουλειά γιατί άμα βάλει τις φωνές πάλι θα την κόψω κομματάκια.» Κοιτάω πλαγίως τη Μαριλένα που γελάει κάτω από τα μουστάκια της και λέει «Πραγματικά έπρεπε να είχες διαλέξει άλλο επάγγελμα.»

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2009

Διαφάνεια

Σήμερα θυμήθηκα κάτι που σκεφτόμουν πριν πολύ καιρό…πώς θα ήταν ο κόσμος αν όλοι οι τοίχοι ήταν διάφανοι; Είναι δυνατόν να έχουν περάσει τόσα χρόνια; Είναι δυνατόν να νομίζω ότι όλα αυτά συνέβησαν σε μια άλλη ζωή; Χρειάστηκε μόνο μια στιγμή για να θυμηθώ εκείνο το κορίτσι. Το κορίτσι με τα σγουρά μαλλιά και τη γαλλική μύτη, με τα παράξενα δαχτυλίδια και το μαύρο αντρικό παλτό…εκείνο το αφελές ονειροπαρμένο παιδί που πίστευε ότι μπορεί ν’ αλλάξει τον κόσμο…εκείνο το παιδί που μόλις είχε μάθει να ερωτεύεται και πίστευε ότι το όνειρο μπορεί να κρατήσει για πάντα…πού πήγε αυτό το κορίτσι; Πού πήγε η καταιγίδα; Πού πήγαν οι αέρηδες που λυσσομανούσαν και οι κεραυνοί της, πού πήγε η περηφάνια και η φοβέρα της; Πώς κατάντησε ψιλόβροχο; Και…μπορεί το ψιλόβροχο να ξαναγίνει καταιγίδα; Μπορεί μέσα από τη λήθη ν’ αναστηθεί η θύμηση;

Πόσο καιρό είχαμε να μιλήσουμε; Δε θυμάμαι. Και βασικά, πόσο καιρό είχαμε να μιλήσουμε επί της ουσίας; Δεν είμαστε δυο απλοί γνωστοί, το ξέρω. Είσαι κομμάτι από μένα.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Ξύπνα

Είμαι πολύ κουρασμένη. Πρέπει να πάρω αποφάσεις. Και γρήγορα. Πήγα στο Λονδίνο και το λάτρεψα. Το σπίτι μου θέλει καθάρισμα. Νιώθω ότι αιωρούμαι στο κενό. Δεν έχω τίποτα να πιαστώ. Δεν πέρασα καλά στην Ελλάδα τα Χριστούγεννα. Απογοητεύτηκα. Πρέπει να φύγω από ‘δω. Τη σιχάθηκα αυτή τη σχολή. Κι είχα έρθει με τόσο ενθουσιασμό…πρέπει να βγάλω επιτέλους τα σκουπίδια. Κουράστηκα να σπουδάζω, είναι καιρός να ζήσω. Μου λείπει η λιακάδα. Θέλω να λύσω τα μαλλιά μου και να βάλω τις πιτζάμες μου. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μου λείπει ο χορός, βλέπω στον ύπνο μου ότι χορεύω μόνη μου στη σκηνή κάτω από έναν προβολέα σ’ ένα τεράστιο άδειο θέατρο. Το ρακούν φεύγει για τρία χρόνια στη Γενεύη. Δεν ξέρω ακόμα αν μπορώ να ζήσω μ’ αυτό. Θέλω ένα πολύωρο αφρόλουτρο. Θέλω πανικό και πυροτεχνήματα. Ακούω τα Φώτα των Archive. Μου θυμίζουν τις πρόβες στο Μουσικό και μου ξεσκίζουν την καρδιά και νιώθω ότι δε μπορώ ν’ αναπνεύσω. Νιώθω την ανάγκη να ουρλιάξω. Ούτε αυτό δε μπορώ να κάνω πια. Ο Δάσκαλος θα γίνει μπαμπάς. Μου λείπει ο Τόμυ. Θέλω χρόνο. Πρέπει να φτιάξω το ποδήλατό μου. Έχουμε την παρουσίαση την Παρασκευή κι έχουμε λιώσει στο διάβασμα. Πρέπει να βρω πρακτική. Πρέπει ν’ αρχίσω την πτυχιακή μου. Πρέπει να περάσω όλα τα μαθήματα, δε θ’ αντέξω να ξαναδώσω στην επαναληπτική. Τι κάνει το αδέρφι μου; Τι κάνει η Μαρίνα; Τι κάνει ο Φάνης; Τι κάνει ο Παναγιώτης; Τι κάνει ο Κωνσταντίνος; Τι κάνει ο Τα Ρε Κομμένα; Τι κάνει η Αίθρα; Όντως…τι κάνει η Αίθρα; Πήγα στη τζενεράλε των παιδιών…μου λείπει το θέατρο, μου λείπει η σκηνή, μου λείπουν οι πρόβες, τα κοστούμια, το μακιγιάζ. Μου λείπει η αναμονή, το τρέξιμο, ο χαμός, η φασαρία, η ακαταστασία στα καμαρίνια. Δε θέλω να πάω για μάθημα αύριο. Πρέπει να πάω στην τράπεζα. Μου λείπει το άγχος πριν την πρεμιέρα, οι κρυφές ματιές από τα καμαρίνια, η Μαριλένα, η βαριά, τεράστια, σφιχτή, μαύρη μακριά φούστα μου με τις τέσσερις σειρές άσπρα βολάν που κάθε μέρα ξηλωνόταν και κάθε μέρα την έραβα. Μου λείπει ο Χρήστος με τον Αποσπερίτη πριν την έναρξη. Ο Μιχάλης σε ρόλο stage manager.Η Μαρία με το άγχος της, η Στέλλα με τα γέλια, η Σοφία με τις τσαχπινιές. Ο Θέμης και η Ειρήνη αργούν πάντα. Η Μάρω βάφει τον Παντελή. Ο Γιώργος βάζει πούδρα στο στήθος του. Η Φοίβη βάφει τα μάτια της. Η Ευγενία ασπρίζει τα μαλλιά της. Η Ελένη είναι πανέμορφη. Η Κατερίνα έχει φανταστικά μάτια. Βάφω τα μάτια του Χρήστου και του πιάνω με παραμάνα το ζωνάρι. Η Όλγα χαμογελάει. Φτιάχνω ρυτίδες στο μέτωπο της Αθηνάς. Τα μάτια μου είναι βαμμένα μαύρα και βυσσινί, τα χείλη μου κατακόκκινα. Βάζω το τεράστιο λευκό λουλούδι στα μαλλιά μου, κουμπώνω σφιχτά τα παπούτσια του φλαμένκο και ξέρω ότι σε πέντε λεπτά ξεκινάμε. Τελευταία τζούρα, τελευταία μολυβιά, τελευταίο αστείο. Η Μαριλένα λέει σκατά και φεύγει. Ο Μιχάλης λέει όλοι στο κέντρο. Αγκαλιαζόμαστε, κλείνουμε τα μάτια και αναπνέουμε. Δε μιλάει κανείς. Ο Θέμης σβήνει τα φώτα. Ησυχία. Είμαι ένα βήμα πριν την πόρτα της σκηνής. Λύνω τα βολάν της φούστας μου που πέφτουν βαριά στο πάτωμα μ’ ένα θρόισμα. Ο Παντελής μ’ αγκαλιάζει, τον σφίγγω με όλη μου τη δύναμη. Βαθιά ανάσα. Ξεκινάει η κιθάρα και ξέρω ότι ο Χρήστος έχει βγει στη σκηνή και με περιμένει. Ξέρω ότι η σκηνή είναι σκοτεινή και τη φωτίζει μόνο ο γαλάζιος προβολέας. Τη στιγμή πριν βγω ξέρω ότι κρατάω όλο τον κόσμο στο ρυθμό των καρφιών των παπουτσιών μου. Είμαι ελαφριά και μπορώ να καταφέρω τα πάντα. Και θα χορέψω για τα πάντα. Για τη ζωή μου, για τους καημούς μου, για τα όνειρά μου, για τις λύπες και τις χαρές αυτού του κόσμου, για όσα έχουν σημασία, για τους ανθρώπους που αγαπάω και γι’ αυτούς που μισώ, για όσα ήρθαν και για όλα όσα δεν ήρθαν, για το αύριο το σήμερα και το χθες, για τον ουρανό και τη γη και τ’ αστέρια και κάθε ηλιαχτίδα, για το χρόνο που περνάει, για ό,τι δε μπορώ ν’ αλλάξω…έλα…
Ένα βήμα. Βγαίνω στη σκηνή.
Ξύπνα. Πρέπει να βάλω πλυντήριο.

Σάββατο 19 Μαΐου 2007

Rolling stone

Όταν ξεκινήσει η κατρακύλα, πού μπορεί να φτάσει; Μπορείς να τη σταματήσεις από μόνος σου ή χρειάζεσαι ένα γερό εξωτερικό ταρακούνημα; Και στην τελική, ποιος ορίζει τι είναι κατρακύλα; Μήπως μέσα απ’ αυτήν μπορείς να πάρεις ένα πολύτιμο μάθημα; Γιατί γενικώς την υποτιμούν;

Από πού ξεκινάει η τάση απομόνωσης; Από την απογοήτευσή μας για τους άλλους ή από την απογοήτευση για μας τους ίδιους; Αν είναι το πρώτο, αρκεί να γνωρίσεις κάποιους ‘άλλους’ για να την ξεπεράσεις; Αν είναι το δεύτερο;

Λείπεις. Από μένα, από ‘δω, γενικώς.
Ναι. Αναγνωρίζω την παράνοια της κατάστασης. Μου λείπεις, παρ’ όλο που δεν έχεις μορφή, δεν έχεις μυρωδιά, δεν είσαι παρά μια σκιά. Αλλά δε μπορεί. Αφού νιώθω την απουσία σου, δε μπορεί παρά να υπάρχεις.

Τι μου φταίει; Ξέρω; Ή απλώς αρέσκομαι ν’ αποκοιμίζω τον εαυτό μου μ’ απατηλές διαβεβαιώσεις;

Πέμπτη 17 Μαΐου 2007

Ήταν ένα μικρό καράβι...μετά;

Τι περίεργο! Πριν πιάσω το μολύβι να γράψω, υπάρχουν δεκάδες πράγματα στο κεφάλι μου που θέλω να βγάλω στο χαρτί. Όταν όμως ξεκινάω να γράψω εξαφανίζονται, σαν το παιδί που ξέρει το ποίημά του τέλεια & το ξεχνάει ξαφνικά όταν εμφανίζεται να το πει στο κοινό.

Μόνο που εγώ δε φοράω πια σοσόνια.

Είναι μέρες τώρα που δε μπαίνω στο μετρό. Η σκέψη και μόνο με πνίγει, κι έτσι παίρνω το λεωφορείο. Η ασχήμια όμως αυτής της πόλης με πλακώνει. Η αταξία, η παντελής έλλειψη αισθητικής, η μυρωδιά της, μου φέρνει αναγούλα. Απ’ την άλλη, όλες οι μεγαλουπόλεις είναι άσχημες. Γιατί; Αφού όλοι συγκεντρώνονται σ’ αυτές, γιατί είναι άσχημες;

Βλακείες σκέφτομαι. Αλλά ότι η έλλειψη αισθητικής δε μας ενοχλεί & το ότι ασχολούμαστε με άλλα ‘ουσιώδη’ πράγματα, νομίζω ότι λέει πολλά για το τι είδους άνθρωποι είμαστε.

Κάνει ζέστη. Συνέχεια. Εδώ και μήνες. Η φετινή χρονιά αποτελεί πλήρη αντιλογία σ’ όσους διατείνονται ότι θα ‘θελαν να ‘ναι άνοιξη συνέχεια. Αυτό το φετινό, εκτός από αρρωστημένο, είναι και εξαιρετικά βαρετό.

Αυτό τον καιρό δεν έχω όρεξη για τίποτα, είμαι σε συνεχή καταστολή.