Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μελό αηδίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μελό αηδίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2015

Life lessons.

I’m beginning to realise something. Something that I knew of in theory, and that I’m now experiencing first hand. I’m realising that, except from good and bad people, there are also amoral people. People who don’t care about something being right or wrong, who don’t see fair and unfair, cruelty or kindness. They only see what’s profitable, what’s the best investment, which move will lead them to the desirable result. They cannot be reasoned with. They cannot be touched or moved or approached. They cannot be fought. They are not inherently good or evil, they simply have no moral compass. They can be kind and cruel in equal measure, they can worship you or crush you down in equal measure not because they feel anything, not driven out of spite or malice or hatred or gentleness or love, but because doing so is just good business. They believe idealism is a vague romantic philosophical concept, not something you can live your life by. They only understand the language of growth, and they will kiss and kill without remorse to achieve it. They will not look back with fear or nostalgia. They will keep going until their heart, a solely functional body part, stops beating.

It’s a very strange thing to interact with them. In my case it’s infuriating, making my insides burn and generates in me a desire to crush them all and fix the injustices they caused. But that’s such a useless way to go about it, trying to fight someone who doesn’t value morals by using your own sense of morality. There’s no point screaming at them “This isn’t fair!” when they wouldn’t even react if you screamed “This is so kind of you!” or if you screamed full stop, for that matter. But there are so many of them out there. So many who don’t, and will never, realise what a despicable way this is to spend your days.





Τρίτη 5 Οκτωβρίου 2010

sex and mayhem

Κάθομαι στο γραφείο, μπροστά στις δύο οθόνες μου, και τσεκάρω ένα αρχείο.
Πώς βρέθηκα εδώ;
Δεν ξέρω. Προσπαθώ να θυμηθώ πού ήμουν, τι μεσολάβησε.
Δε μπορώ.
Ξύπνησα στις πέντε το πρωί.
Έτσι, χωρίς λόγο. Αφουγκράστηκα την ησυχία.
Ο εγκέφαλός μου ούρλιαζε ‘γύρνα πλευρό και ξανακοιμήσου ΑΜΕΣΩΣ, αλλιώς θα σέρνεσαι αύριο’.
Τον αγνόησα και σηκώθηκα.
Τα γυμνά μου πόδια ανατρίχιασαν μόλις αποχωρίστηκαν το μαλακό πάπλωμα και θυμήθηκα ότι ο χειμώνας φτάνει.
Ψαχούλεψα τα τσιγάρα μου και σκαρφάλωσα στο περβάζι του παραθύρου. Το τζάμι ήταν παγωμένο.
Θαύμασα το λαμπρό φως του φεγγαρόφωτου. Πώς γίνεται σ’ αυτή τη χώρα οι μέρες να είναι τόσο συννεφιασμένες και οι νύχτες τόσο ξάστερες;
Και μετά θυμήθηκα.
Σταγόνες ιδρώτα, σταγόνες κρασιού, σταγόνες νερού, άγρια χαρά, γυμνά δόντια, βαμμένα χείλη και πυκνά φρύδια, χέρια σα δυνατές αρπάγες, πόδια σαν μαρμάρινες κολόνες ατέλειωτες, στιλπνές και ακλόνητες, μαλλιά ακατάστατα, μυτερά γένια, λαχάνιασμα, μισές λέξεις, μισές φράσεις, σκέψεις που έμειναν στη μέση, σεντόνια, κουβάρι στον καναπέ, στο πάτωμα, παπούτσια μες τη μέση σαν εμπόδια, το κοντρόλ ακριβώς κάτω από την πλάτη μου, σήκωμα απότομο που φέρνει ζαλάδα, πνιχτά γέλια, απόγνωση, η απόσταση μηδενίζεται και πολλαπλασιάζεται σε κλάσματα δευτερολέπτου, εδώ, αλλού, ξανά εδώ, ξανά αλλού, ο αέρας σπρώχνει τις κουρτίνες για να μπει μέσα, μια νυχτοπεταλούδα χτυπιέται στο τζάμι αλλά κανείς δε την προσέχει, γιατί προσέχουμε μόνο πώς θα καούμε ζωντανοί αλλά δε μας νοιάζει, δε μας αφορά τίποτα, ο ένας κατευθείαν στα μάτια του άλλου, λαχάνιασμα, σπασμός, κι άλλος σπασμός, θολούρα.
Το τσιγάρο καίγεται ανάμεσα στα δάχτυλά μου.
Σηκώνομαι και κουβαλάω τη σαράβαλη ύπαρξή μου πίσω στο κρεβάτι.
Εδώ όμως πώς βρέθηκα;

Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009

Insomnia...but not quite

Η περασμένη βδομάδα ήταν μες τον πανικό. Νομίζω ότι έχω να περάσω τέτοια βδομάδα πανικού από την τελευταία φορά που είχαμε παραστάσεις.

Βλέπω απαίσια όνειρα τελευταία. Ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα και οι μυς μου πονάνε λες και έκανα προπόνηση ώρες ολόκληρες. Πετάω το πάπλωμα από πάνω μου και προσπαθώ να σκουπίσω τον ιδρώτα που τρέχει στο λαιμό, την πλάτη και τα βλέφαρά μου. Περιμένω να ηρεμήσει η καρδιά μου που χτυπάει σαν τρελλή και παλεύω να με πάρει ξανά ο ύπνος. Κάποια στιγμή τα καταφέρνω και κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι δηλαδή ακριβώς, βουλιάζω σ’ έναν ανήσυχο λήθαργο.

Τον βλέπω στα όνειρά μου. Είναι πολύ διαφορετικός. Έχει ξυρισμένα μαλλιά και τρύπες στα αυτιά αλλά όχι σκουλαρίκια. Και στα όνειρά μου δε φοράει μαύρα, αλλά λευκά και γκρι. Κάποιες φορές τον κυνηγάω κι άλλες τρέχω πανικόβλητη να του ξεφύγω. Κάποιες φορές τρέχουμε κι οι δύο μαζί προς κάποια έξοδο που ποτέ δε μπορούμε να βρούμε και παγιδευόμαστε σ’ έναν ατέλειωτο λαβύρινθο από σκαλιστούς ξύλινους τοίχους. Με κοιτάει στα μάτια.

Αναρωτιέμαι αν είναι καλά. Θέλω να πιστεύω ότι είναι καλά.

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009

Pump it up

Κρατάει μια αντλία και ένα σωλήνα και έρχεται κουτσαίνοντας. Ακουμπάει με κόπο την αντλία στο χώμα. Παίρνει ένα νυστέρι και κάνει μια τομή ανάμεσα στους ώμους μου. Ο πόνος με τρελλαίνει αλλά δεν αντιδρώ ούτε γυρίζω να κοιτάξω. Σφίγγω τα δόντια και κοιτάω μπροστά μου τον ήλιο που βασιλεύει. Βάζει το σωλήνα στην τομή και ενεργοποιεί την αντλία. Τα μάτια μου δακρύζουν απ’ τον πόνο και σφίγγω τις γροθιές μου μέχρι να ματώσουν, αλλά δεν κουνιέμαι. Ο σωλήνας ρουφάει όλη μου την ψυχή, όλες τις εικόνες από το κεφάλι μου, όλα όσα με κρατάνε ζωντανή, όλα όσα με κάνουν να πονάω και να γελάω και να θυμάμαι. Όλα εγκαταλείπουν το σώμα μου και διαλύονται στον αέρα σε μια βροχή από βιολετί σταγόνες. Νιώθω το σώμα μου να τραντάζεται, κάθε κύτταρο να σπαράζει. Και μετά βγάζει το σωλήνα και τα βλέφαρά μου βαραίνουν και μουδιάζω. Δε νιώθω τίποτα πια. Οι σταγόνες διαλύονται σιγά σιγά. Γυρίζω να κοιτάξω. Βγάζει το σωλήνα, τον τυλίγει γύρω από την αντλία και φεύγει αργά και με δυσκολία, όπως ήρθε. Μάλλον καταλαβαίνει και γυρίζει να με κοιτάξει. Τα ρούχα του είναι τριμμένα και βρώμικα. Ρυτιδιασμένο πρόσωπο και χέρια και δυο τεράστια υγρά μάτια. «Ανόητο παιδί…» ψιθυρίζει και ξαναπαίρνει το δρόμο. Τι εννοεί; Δεν καταλαβαίνω. Δε νιώθω τίποτα. Κοιτάω τις παλάμες μου και διαπιστώνω ότι είναι ματωμένες αλλά δε θυμάμαι πώς συνέβη αυτό. Λέξεις περνάνε από το κεφάλι μου. Πόνος, ζήλια, αγάπη, θυμός, απόγνωση, απόλαυση, εκδίκηση. Περνάνε από το κεφάλι μου αλλά δε μπορώ να τις συνδέσω με κανένα νόημα.. Δε νιώθω τίποτα. Είμαι άδεια. Και ξεκινάω το ταξίδι προς το ηλιοβασίλεμα.

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2009

Ανώμαλη προσγείωση

Η ζωή παίζει τόσο περίεργα παιχνίδια. Αγωνίζεσαι να στήσεις κάτι όρθιο, οτιδήποτε, και μόλις το στήσεις όρθιο και γυρίσεις να το καμαρώσεις, αντιλαμβάνεσαι ότι κάτι άλλο έχει γίνει θρύψαλα. Δεν καταλαβαίνω. Δεν ξέρω ακόμα αν με πληγώνει. Μου ήρθε τόσο ξαφνικά…δεν ξέρω τι να σκεφτώ, δεν ξέρω ποια είναι η σωστή τακτική να αντιμετωπίσει κανείς κάτι τέτοιο.
Δε θέλω να το αντιμετωπίσω. Θέλω να ξεχάσω ό,τι άκουσα. Θέλω να μη συνέβη ποτέ. Δεν ξέρω αν σε θέλω ακόμα…δεν ξέρω γιατί από όλους τους ανθρώπους του κόσμου έπρεπε να είσαι εσύ. Δε θέλω να σκεφτώ τίποτα. Γύρισα πίσω για να σταματήσω να σκέφτομαι. Και να που έφαγα τη βόμβα στη μάπα πριν καλά καλά προσγειωθώ.

Νιώθω ότι δεν ανήκω πουθενά, σε κανένα σπίτι, σε καμμία χώρα, σε καμμία γη. Ποτέ δεν ξανάνιωσα τόσο πολύ την ανάγκη να μάθω τι θα συμβεί στο μέλλον. Ποτέ δε με φόβισε τόσο πολύ το μέλλον όσο τώρα.

Ξέρω τώρα ότι η πόρτα γι’ αυτό που κάποτε θέλησα τόσο έκλεισε για τα καλά. Δεν ήμουν ποτέ σίγουρη ότι θα πραγματοποιηθεί, αλλά ανακουφιζόμουν στη σκέψη ότι ίσως κάποια μέρα θα γινόταν αληθινό. Τώρα το βλέπω να φεύγει και να ξεθωριάζει στον ορίζοντα του νου. Φωνάζω, ουρλιάζω, τρέχω να το προλάβω, η καρδιά μου χτυπά δυνατά και η ανάσα μου κόβεται από το λαχάνιασμα. Αλλά δε το φτάνω. Δε μπορώ πια να το φτάσω. Δε μπορώ να το αγγίξω.

Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου 2009

Nothingness

Πώς έφτασα σπίτι απόψε, δεν ξέρω. Κάποια στιγμή χάθηκα, βρέθηκα σ’ ένα δρόμο που δεν ήξερα, και κάτι σκυλιά κυνηγούσαν το αυτοκίνητο. Οδήγησα; Μάλλον…αλλά από πού; Και πού πήγαινα; Τι είχα σκοπό να κάνω; Έκανα βόλτες με το αυτοκίνητο μάλλον. Τίποτα. Δε συμβαίνει τίποτα που να με αφορά…δεν υπάρχει τίποτα. Κενό. Μόνο αυτό. Πώς να ζήσεις με αυτό; Τι θα γίνει; Δε θέλω τίποτα. Θέλω μόνο να ξαπλώσω και να ηρεμήσω. Και να μην κουνηθώ ξανά ποτέ. Για κανένα λόγο. Τίποτα δεν έχει νόημα. Βαράω τις γροθιές μου σ’ έναν τοίχο άθραυστο. Στο τίποτα. Χωρίς σκοπό. Νομίζω ότι παλεύω. Δεν παλεύω όμως. Δεν υπάρχει τίποτα για να παλέψω. Τίποτα. Κανείς δεν είναι εδώ. Τίποτα δεν υπάρχει. Τίποτα δεν αξίζει να παλέψω. Μάταια ματώνω τις γροθιές μου. Το αίμα ρέει άσκοπα. Όπως πάντα. Δε μπορούσα να δω. Δεν ήθελα να δω. Νόμιζα ότι όλα γίνονται για κάτι. Νόμιζα ότι κάτι υπάρχει εκεί έξω. Κάτι μεγαλύτερο από μένα, ένας απώτερος σκοπός, ένα νόημα. Δεν υπάρχει τίποτα. Τίποτα. Δεν ξέρω γιατί είμαι ακόμα ζωντανή. Αγγίζω το δέρμα μου και νιώθω ένα μούδιασμα μόνο. Τίποτε άλλο. Λες και δεν είναι τα δικά μου δάχτυλα. Λες και βλέπω όλο τον κόσμο πίσω από μία μεμβράνη. Όπως τότε… Κανείς δεν είναι όπως πιστεύουμε. Κανένα δεν ξέρουμε τόσο καλά όσο νομίζουμε. Τίποτα δε μπορεί να γίνει όπως πριν. Κι εγώ θέλω τόσο πολύ να γίνουν όλα όπως πριν…τότε που νόμιζα ότι όλα γίνονται για κάποιο λόγο…τότε που νόμιζα ότι κανείς δεν είναι πραγματικά κακός…κανείς δεν είναι στ’ αλήθεια σκληρός κι εκδικητικός…έτσι πίστευα…τι βλάκας…τι ανόητη…Πού να σου εξηγώ…δεν αντέχω άλλο…εγώ αγαπάω τόσο τη ζωή…πώς κατάντησα έτσι εγώ; Τίποτα. Ούτε εσύ, ούτε τίποτα. Θολούρα. Θολούρα και κόκκινα μάτια. Και πίκρα. Και φυγή. Και λησμονιά.

Τρίτη 24 Μαρτίου 2009

Ρόδες που παν στο πουθενά

Δεν είναι ρόδα η ζωή. Δεν γυρίζει. Ο,τι πέρασε δεν ξανάρχεται και όσο και να θες ποτέ δεν γυρίζεις πίσω εκεί που ήσουν πριν. Όσο και να θες. Η ζωή περνάει και ο καθένας τραβάει προς εκεί που νομίζει καλύτερα και ο χρόνος δε σταματάει. Ποτέ. Δεν έχει σημασία πόσο το θες, δεν έχει σημασία αν νομίζεις ότι θα είσαι καλύτερα, δεν έχει σημασία αν νομίζεις ότι το πισωγύρισμα θα σε λυτρώσει. Κι ακόμα κι αν με νύχια και με δόντια τραβάς πίσω και κάποιον άλλο μαζί σου, δε θα είναι ποτέ ο ίδιος. Τα μάτια του δε θα φέγγουν το ίδιο, δε θα αφήσει ποτέ πίσω τις μικρές πληγές του παρελθόντος απλώς και μόνο γιατί αποφάσισες να τις αφήσεις εσύ. Θα περπατήσει μαζί σου για λίγο, θα νομίζεις ότι μοιράζεται μαζί σου πράγματα για τη ζωή του, αλλά ουσιαστικά θα σου λέει απλά ό,τι θέλει να βγάλει από μέσα του. Ουσιαστικά δε θα σε ακούει, θα σε κοιτάζει χωρίς να σε βλέπει και θα γνέφει καταφατικά αλλά όσα του λες δε θα τον αγγίζουν. Τα αυτιά σου θα είναι ο κάδος που πετάει τα σκουπίδια του. Κι όταν οι δρόμοι σας χωριστούν ξανά, αυτή τη φορά θα είναι για πάντα. Τίποτα δε γυρίζει πίσω. Μπορείς να μην παραιτηθείς, να σκεφτείς ότι όλο αυτό είναι μια φριχτή απαισιοδοξία, μπορείς να προσπαθήσεις αλλά δεν πρόκειται να καταφέρεις τίποτα. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να αφεθείς σ’ αυτή την απαίσια συνειδητοποίηση να σε κυριεύσει, να τη νιώσεις βαθιά σαν βάρος μέσα σου και να μάθεις να ζεις πια μ’ αυτό. Δεν μπορείς να πάρεις τίποτα πίσω.

Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Αντί να κοιμάμαι θυμάμαι

Δεν έχω μεθύσει ποτέ. Η τουλάχιστον, δεν έχω μεθύσει ποτέ τόσο ώστε να χάσω τον έλεγχο, να μη θυμάμαι. Φοβάμαι πάρα πολύ. Να χάσω τον έλεγχο, εννοώ. Δεν ξέρω πως μπορεί ν’ αντιδράσω, δεν ξέρω τι μπορεί να κάνω κι αυτό με τρομάζει. Κάθομαι απλώς, ελαφρώς ζαλισμένη, και κοιτάω όσους είναι μεθυσμένοι με φοβερή περιέργεια. Τις κινήσεις τους, τις αντιδράσεις τους, τα λόγια τους. Έχω δει μεθυσμένους πανευτυχείς, που γελούν και χορεύουν και φωνάζουν δυνατά χωρίς να τους νοιάζει τι σκέφτονται όσοι τους βλέπουν. Έχω δει μεθυσμένους με μάτια χαμένα να κοιτάνε το απόλυτο κενό, ανίκανοι να τινάξουν το τσιγάρο που καίγεται ανάμεσα στα δάχτυλά τους. Έχω δει μεθυσμένους να μη μπορούν να κρατηθούν και να τρέχουν να ξεράσουν στο κοντινότερο μπαλκόνι ή νεροχύτη. Έχω δει μεθυσμένους να κάνουν φιλοσοφικές συζητήσεις και να προσπαθούν να πείσουν τους πάντες ότι είναι μια χαρά. Εγώ δεν ξέρω σε ποια κατηγορία ανήκει ο μεθυσμένος εαυτός μου. Ίσως μάθω κάποια μέρα.

Θυμάμαι. Ήμασταν σπίτι σου, στο κρεβάτι σου. Κεριά αναμμένα. Ποτήρια κρασιού άδεια στο κομοδίνο. Η μουσική έπαιζε ακόμα. Νερά στο πάτωμα. Δε θυμάμαι τι ώρα ήταν, πάντως ήταν νύχτα. Δε σε αγγίζω, κι όμως σε νιώθω πάνω μου παντού. Εσύ θυμάσαι; Νομίζω ότι κοιμάσαι. Δεν κοιμάσαι όμως. Ανασηκώνεσαι στο κρεβάτι, βάζεις το μαξιλάρι στην πλάτη σου. Αρχίζεις να μιλάς. Δε δίνω και πολλή σημασία σε ότι λες, είμαι ακόμα χαμένη στο διάστημα. Μέχρι που μου πετάς τη βόμβα. Η ηχώ της αντηχεί σε κάθε μήκος και πλάτος του μυαλού μου, την ακούω από μακριά και νομίζω στην αρχή ότι με κοροϊδεύεις. Γυρνάω και σε κοιτάω. Έχεις σταυρωμένα τα χέρια και κοιτάς κάτω. Μιλάς σοβαρά λοιπόν. Νομίζω ότι αυτό που έπαθα ήταν η πρώτη – και μοναδική – κρίση πανικού που έχω πάθει ποτέ. Δεν είναι απλώς ότι δεν το χωράει το μυαλό μου. Αυτό που ένιωσα ήταν λες και ένας δυνατός σεισμός κατέστρεψε όλο τον κόσμο μου. Μετά από κάτι τέτοιο, δε μπορεί να υπάρξει πια ζωή. Αρνούμαι να το επεξεργαστώ, αρνούμαι να μιλήσω, δε μπορώ καν ν’ ανασάνω. Σηκώνομαι σαν τρελλή κι αρχίζω να ντύνομαι. Δεν κουνιέσαι καθόλου, είσαι ακόμα με τα χέρια σταυρωμένα και το μόνο που λες είναι «Σταμάτα. Άκουσέ με λίγο.» Εγώ όμως δε θέλω ν’ ακούσω τίποτα. Θέλω να πάω κάπου, οπουδήποτε, προκειμένου να σταματήσει η καρδιά μου να σκίζεται σε κομμάτια. Βγαίνω από το δωμάτιο και μόνο τότε αποφασίζεις να με ακολουθήσεις. Θυμάσαι; Φτάνω στην πόρτα και μετά βίας βάζω τα παπούτσια μου. Έχεις σταθεί στην κάσα της πόρτας με τα χέρια σταυρωμένα και μου λες «Σταμάτα. Άκουσέ με λίγο.» Δε μπορώ πια να κρατηθώ, δε μπορώ πια να κάνω τίποτε άλλο από το ν’ αρχίσω να ουρλιάζω σαν παράφρων, να σε κατηγορώ με ό,τι λέξεις μου έρχονται στο κεφάλι, να σε βρίζω για τα σκατά που έχεις στο κεφάλι σου, για το αβυσσαλέο θράσος και τη σκληρότητα που πρέπει να ‘χει ένας άνθρωπος για τολμήσει να ξεστομίσει κάτι τέτοιο. Εσύ ωστόσο όχι μόνο δεν έχεις βγει εκτός εαυτού, όχι μόνο δεν εξάπτεσαι και δε φωνάζεις, αλλά με τα χέρια πάντα σταυρωμένα με κοιτάς στα μάτια και μου λες «Σταμάτα. Άκουσέ με λίγο.» Τότε συνέβη. Για πρώτη και τελευταία φορά. Έχασα το χρόνο, έχασα την υπομονή μου, έχασα ό,τι ανθρώπινο υπάρχει μέσα μου, κράτησα μόνο την οργή και το παράπονο και άρχισα να σπάω τα πάντα. Ό,τι υπήρχε στο δωμάτιο και μπορούσε να γίνει κομμάτια το έσπασα. Και ούρλιαζα. Και έσπαζα. Τα πάντα. Από τη μία άκρη στην άλλη. Ποτήρια και πιάτα και ρολόγια και λάμπες και μπουκάλια και διακοσμητικά και κορνίζες και κρύσταλλα και βάζα, όλα έπεφταν στο πάτωμα σε μια βροχή από γυάλινες σταγόνες. Κι όμως. Δεν κουνιέσαι ούτε χιλιοστό. Με παρακολουθείς ήρεμος να καταστρέφω τα πάντα και να ουρλιάζω και το μόνο που κάνεις είναι να επαναλάβεις «Σταμάτα. Άκουσέ με λίγο.» Έχω ξεμείνει από γυαλικά, από αξιοπρέπεια, από φωνή, από δάκρυα, από δύναμη, από υπομονή, ανοίγω την πόρτα και φεύγω τρέχοντας. Κατεβαίνω τη σκάλα και φτάνω στην είσοδο σα να με κυνηγάνε χίλιες ύαινες. Παλεύω ν’ ανασάνω, να ηρεμήσω, να πολεμήσω τους κεραυνούς μες το κεφάλι μου και να σκεφτώ λογικά. Δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε, πάντως δε τα κατάφερα. Απ’ ό,τι και να είσαι φτιαγμένος, σε θέλω. Κάθε σκέψη μου σε αφορά, δε μπορώ να φύγω. Όταν το σαράβαλο κορμί μου φτάνει πίσω στην πόρτα σου, δε χρειάζεται να χτυπήσω. Είναι ανοιχτή και είσαι εκεί και με περιμένεις.

Θυμάσαι;

Ξημερώνει…και χιονίζει πάλι. Όλα είναι λευκά έξω. Πάω για ύπνο.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Ξύπνα

Είμαι πολύ κουρασμένη. Πρέπει να πάρω αποφάσεις. Και γρήγορα. Πήγα στο Λονδίνο και το λάτρεψα. Το σπίτι μου θέλει καθάρισμα. Νιώθω ότι αιωρούμαι στο κενό. Δεν έχω τίποτα να πιαστώ. Δεν πέρασα καλά στην Ελλάδα τα Χριστούγεννα. Απογοητεύτηκα. Πρέπει να φύγω από ‘δω. Τη σιχάθηκα αυτή τη σχολή. Κι είχα έρθει με τόσο ενθουσιασμό…πρέπει να βγάλω επιτέλους τα σκουπίδια. Κουράστηκα να σπουδάζω, είναι καιρός να ζήσω. Μου λείπει η λιακάδα. Θέλω να λύσω τα μαλλιά μου και να βάλω τις πιτζάμες μου. Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μου λείπει ο χορός, βλέπω στον ύπνο μου ότι χορεύω μόνη μου στη σκηνή κάτω από έναν προβολέα σ’ ένα τεράστιο άδειο θέατρο. Το ρακούν φεύγει για τρία χρόνια στη Γενεύη. Δεν ξέρω ακόμα αν μπορώ να ζήσω μ’ αυτό. Θέλω ένα πολύωρο αφρόλουτρο. Θέλω πανικό και πυροτεχνήματα. Ακούω τα Φώτα των Archive. Μου θυμίζουν τις πρόβες στο Μουσικό και μου ξεσκίζουν την καρδιά και νιώθω ότι δε μπορώ ν’ αναπνεύσω. Νιώθω την ανάγκη να ουρλιάξω. Ούτε αυτό δε μπορώ να κάνω πια. Ο Δάσκαλος θα γίνει μπαμπάς. Μου λείπει ο Τόμυ. Θέλω χρόνο. Πρέπει να φτιάξω το ποδήλατό μου. Έχουμε την παρουσίαση την Παρασκευή κι έχουμε λιώσει στο διάβασμα. Πρέπει να βρω πρακτική. Πρέπει ν’ αρχίσω την πτυχιακή μου. Πρέπει να περάσω όλα τα μαθήματα, δε θ’ αντέξω να ξαναδώσω στην επαναληπτική. Τι κάνει το αδέρφι μου; Τι κάνει η Μαρίνα; Τι κάνει ο Φάνης; Τι κάνει ο Παναγιώτης; Τι κάνει ο Κωνσταντίνος; Τι κάνει ο Τα Ρε Κομμένα; Τι κάνει η Αίθρα; Όντως…τι κάνει η Αίθρα; Πήγα στη τζενεράλε των παιδιών…μου λείπει το θέατρο, μου λείπει η σκηνή, μου λείπουν οι πρόβες, τα κοστούμια, το μακιγιάζ. Μου λείπει η αναμονή, το τρέξιμο, ο χαμός, η φασαρία, η ακαταστασία στα καμαρίνια. Δε θέλω να πάω για μάθημα αύριο. Πρέπει να πάω στην τράπεζα. Μου λείπει το άγχος πριν την πρεμιέρα, οι κρυφές ματιές από τα καμαρίνια, η Μαριλένα, η βαριά, τεράστια, σφιχτή, μαύρη μακριά φούστα μου με τις τέσσερις σειρές άσπρα βολάν που κάθε μέρα ξηλωνόταν και κάθε μέρα την έραβα. Μου λείπει ο Χρήστος με τον Αποσπερίτη πριν την έναρξη. Ο Μιχάλης σε ρόλο stage manager.Η Μαρία με το άγχος της, η Στέλλα με τα γέλια, η Σοφία με τις τσαχπινιές. Ο Θέμης και η Ειρήνη αργούν πάντα. Η Μάρω βάφει τον Παντελή. Ο Γιώργος βάζει πούδρα στο στήθος του. Η Φοίβη βάφει τα μάτια της. Η Ευγενία ασπρίζει τα μαλλιά της. Η Ελένη είναι πανέμορφη. Η Κατερίνα έχει φανταστικά μάτια. Βάφω τα μάτια του Χρήστου και του πιάνω με παραμάνα το ζωνάρι. Η Όλγα χαμογελάει. Φτιάχνω ρυτίδες στο μέτωπο της Αθηνάς. Τα μάτια μου είναι βαμμένα μαύρα και βυσσινί, τα χείλη μου κατακόκκινα. Βάζω το τεράστιο λευκό λουλούδι στα μαλλιά μου, κουμπώνω σφιχτά τα παπούτσια του φλαμένκο και ξέρω ότι σε πέντε λεπτά ξεκινάμε. Τελευταία τζούρα, τελευταία μολυβιά, τελευταίο αστείο. Η Μαριλένα λέει σκατά και φεύγει. Ο Μιχάλης λέει όλοι στο κέντρο. Αγκαλιαζόμαστε, κλείνουμε τα μάτια και αναπνέουμε. Δε μιλάει κανείς. Ο Θέμης σβήνει τα φώτα. Ησυχία. Είμαι ένα βήμα πριν την πόρτα της σκηνής. Λύνω τα βολάν της φούστας μου που πέφτουν βαριά στο πάτωμα μ’ ένα θρόισμα. Ο Παντελής μ’ αγκαλιάζει, τον σφίγγω με όλη μου τη δύναμη. Βαθιά ανάσα. Ξεκινάει η κιθάρα και ξέρω ότι ο Χρήστος έχει βγει στη σκηνή και με περιμένει. Ξέρω ότι η σκηνή είναι σκοτεινή και τη φωτίζει μόνο ο γαλάζιος προβολέας. Τη στιγμή πριν βγω ξέρω ότι κρατάω όλο τον κόσμο στο ρυθμό των καρφιών των παπουτσιών μου. Είμαι ελαφριά και μπορώ να καταφέρω τα πάντα. Και θα χορέψω για τα πάντα. Για τη ζωή μου, για τους καημούς μου, για τα όνειρά μου, για τις λύπες και τις χαρές αυτού του κόσμου, για όσα έχουν σημασία, για τους ανθρώπους που αγαπάω και γι’ αυτούς που μισώ, για όσα ήρθαν και για όλα όσα δεν ήρθαν, για το αύριο το σήμερα και το χθες, για τον ουρανό και τη γη και τ’ αστέρια και κάθε ηλιαχτίδα, για το χρόνο που περνάει, για ό,τι δε μπορώ ν’ αλλάξω…έλα…
Ένα βήμα. Βγαίνω στη σκηνή.
Ξύπνα. Πρέπει να βάλω πλυντήριο.

Παρασκευή 14 Δεκεμβρίου 2007

Δρόμο τώρα! part 2

Θυμάμαι την αίσθηση πριν το πρώτο ταξίδι. Εύχομαι να μου δοθεί να νιώσω κάτι τέτοιο έστω μια φορά ακόμη. Σφίξιμο στο στομάχι, ανυπομονησία, μέτρημα αντίστροφο, φαγωμένα νύχια, ξυπνάς και κοιμάσαι με τη βαλίτσα δίπλα στην πόρτα. Κάνεις όνειρα. Είσαι ζωντανός.

Τα ταξίδια, ιδίως όταν γίνονται με ελάχιστα ευνοϊκές συνθήκες, σου μαθαίνουν πολλά πράγματα για σένα. Πρέπει ν’ αφεθείς να σε πάρει, να γίνεις εύπλαστος, όχι σαν στο σπίτι σου, να το απολαύσεις.

Αυτό το ταξίδι δεν ήταν ο πρώτος μας στόχος, προέκυψε στην πορεία λόγω άλλων εμποδίων. Παρ’ όλ’ αυτά εγώ ανυπομονώ. Ένα καλοκαίρι χωρίς διακοπές, ένας χρόνος χωρίς εξωτερικό…ο οργανισμός μου δεν αντέχει. Επαναστατεί. Πιέζομαι. Φεύγω.

Πιστεύω κάπου μέσα μου ότι ίσως κάποιο ταξίδι με λυτρώσει. Πιστεύω ότι σε κάποιο ταξίδι ίσως βρω αυτό που ψάχνω και η μέρα εκείνη θα ‘ναι γιορτή. Αλλά μάλλον αυτό δεν συμβαίνει. Το ταξίδι σε ανακουφίζει, βλέπεις τον πόνο από μακριά, αντιλαμβάνεσαι πόσο μικρός και ασήμαντος είναι σε σχέση με το σύμπαν. Κι αυτό είναι μια παρήγορη σκέψη. Αλλά όταν γυρνάς τον νιώθεις πάλι. Ξανάρχεται για να σου θυμίσει ότι υποχώρησε αλλά δε νικήθηκε. Ότι πρέπει μάλλον να μάθεις να ζεις μαζί του. Όπως ένας ανάπηρος μαθαίνει να ζει με το ακρωτηριασμένο μέλος του. Ή μάλλον, χωρίς αυτό. Έτσι κι εγώ.

Τρίτη 17 Ιουλίου 2007

Tick tock

Ο χρόνος δεν περνάει. Ή περνάει χωρίς να γίνεται τίποτα. Ξυπνάω και κοιμάμαι και ξαναξυπνάω με την ίδια σκέψη. Πώς έφτασα ως εδώ. Γενικά. Με όλα. Πώς άφησα τον εαυτό μου να φτάσει ως εδώ;

Αναρωτιέμαι. Είναι για όλους τόσο δύσκολο; Γιατί ειλικρινά δε βλέπω οι άλλοι να δυσκολεύονται τόσο. Σ’ όλους τους άλλους έρχεται εύκολα η ζωή που θέλουν ή συμβιβάζονται με ότι βρουν;

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2007

Φόβος

Υπάρχουν κάποιες στιγμές διαύγειας. Λίγες, αλλά υπάρχουν. Στιγμές που ξέρεις ακριβώς ποιο είναι το πρόβλημα. Ξέρεις ακριβώς τι σου τρώει την ψυχή και πώς να το αλλάξεις. Ξέρεις ως δια μαγείας πώς θα ελευθερωθείς και βλέπεις το κάθε βήμα ως την κάθαρση.

Δεν αλαφρώνεις όμως. Τι είναι αυτό βαθιά μέσα μας που δε μας αφήνει να φτάσουμε στην ευτυχία, αν και ξέρουμε πώς; Γιατί, αφού βλέπουμε το δρόμο, φοβόμαστε να τον περπατήσουμε; Γιατί βουλιάζουμε ηθελημένα σ’ αυτό το βούρκο που μας πνίγει;
Δεν ξέρω τι με κρατάει πίσω. Μέσα μου το ξέρω, θέλω περισσότερο απ’ όλα μια καινούρια αρχή, μια σελίδα που θα γράψω εγώ, όχι μια σελίδα που άλλοι έγραψαν για μένα & που τρέχω να προλάβω από συνήθεια, & όχι από επιθυμία.

Φοβάμαι. Αυτό είναι. Φοβάμαι να ορθώσω το ανάστημά μου και να σταθώ στα πόδια μου. Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή σα φυτό θερμοκηπίου.

Προσπαθείς να δείξεις στους άλλους ποιος πραγματικά είσαι. Προσπαθείς να δείξεις ότι δεν είσαι αυτό που θέλουν να πιστεύουν. Μερικές φορές θέλω να ουρλιάξω. Μερικές φορές νιώθω ότι ουρλιάζω αλλά κανείς δεν ακούει. Ότι όλοι εθελοτυφλούν πιστεύοντας αυτό που τους αρέσει. Μερικές φορές νιώθω ότι ασχολούμαι μ’ όλα τα προβλήματα του κόσμου εκτός απ’ τα δικά μου. Δε μπορείς όμως ν’ απαιτήσεις από τους άλλους να καταλάβουν κάτι που δε τους αφήνεις να δουν.

Περνάω την εφηβεία καθυστερημένα νομίζω.

Να ‘σαι πάλι. Καιρό είχα να σε σκεφτώ. Τι να κάνεις άραγε, πώς να περνάς; Μέσα μου θα ‘θελα πολύ να σε δω. Μέσα μου ξέρω πως πάντα χαρχαλεύεις στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Δε το παραδέχομαι όμως ποτέ.

Σε μυρίζω…είσαι άραγε κοντά; Με βλέπεις; Με αναγνωρίζεις;

Τρίτη 4 Ιουλίου 2006

στον αέρα

Θα βρεθούμε άραγε ξανά; Πώς θα είμαστε τότε; Θα ‘χουμε λίγα παραπάνω χρόνια, εσύ βαθουλωμένα μάγουλα, εγώ ρυτιδιασμένο μέτωπο…τα μάτια μας θα φέγγουν άραγε το ίδιο; Θα κοιταχτούμε τυχαία. Δάκρυα θ’ ανέβουνε στα μάτια μου. Μαζί μ’ εσένα είπα αντίο σ’ ένα κομμάτι της ζωής μου. Σ’ ένα κομμάτι της καρδιάς μου. Άραγε θα με θυμάσαι κι εσύ πού & πού; Τι θα θυμάσαι από μένα; Θα σου λείπω άραγε;

Θα τρέξω και θα σ’ αγκαλιάσω με τη δίψα του οδοιπόρου που βρήκε επιτέλους πηγή. Θ’ αναπνεύσω ξανά το άρωμά σου που μου ‘δινε ζωή & έδενε το στομάχι μου κόμπο. Θ’ αγκαλιάσω το σώμα που τόσο πόθησα κάποτε. Θα νομίσω ότι γύρισα το χρόνο πίσω.

Και μετά θα έρθει ο γκρεμός. Δε θα ‘μαστε πια ίδιοι. Ο απαίσιος χρόνος θα ‘χει μουδιάσει & ξεθωριάσει τα πάντα. Δε θα νιώσω την ίδια χαρά. Δε θα ξεχάσω μ’ ένα σου βλέμμα τον πόνο του αποχωρισμού. Θα σε χαιρετήσω ξανά. Αυτή τη φορά για πάντα. Θα θάψω την εικόνα σου, τα φεγγοβόλα μάτια σου που θα ‘χουν πια χαθεί .