Η περασμένη βδομάδα ήταν μες τον πανικό. Νομίζω ότι έχω να περάσω τέτοια βδομάδα πανικού από την τελευταία φορά που είχαμε παραστάσεις.
Βλέπω απαίσια όνειρα τελευταία. Ξυπνάω μούσκεμα στον ιδρώτα και οι μυς μου πονάνε λες και έκανα προπόνηση ώρες ολόκληρες. Πετάω το πάπλωμα από πάνω μου και προσπαθώ να σκουπίσω τον ιδρώτα που τρέχει στο λαιμό, την πλάτη και τα βλέφαρά μου. Περιμένω να ηρεμήσει η καρδιά μου που χτυπάει σαν τρελλή και παλεύω να με πάρει ξανά ο ύπνος. Κάποια στιγμή τα καταφέρνω και κοιμάμαι. Δεν κοιμάμαι δηλαδή ακριβώς, βουλιάζω σ’ έναν ανήσυχο λήθαργο.
Τον βλέπω στα όνειρά μου. Είναι πολύ διαφορετικός. Έχει ξυρισμένα μαλλιά και τρύπες στα αυτιά αλλά όχι σκουλαρίκια. Και στα όνειρά μου δε φοράει μαύρα, αλλά λευκά και γκρι. Κάποιες φορές τον κυνηγάω κι άλλες τρέχω πανικόβλητη να του ξεφύγω. Κάποιες φορές τρέχουμε κι οι δύο μαζί προς κάποια έξοδο που ποτέ δε μπορούμε να βρούμε και παγιδευόμαστε σ’ έναν ατέλειωτο λαβύρινθο από σκαλιστούς ξύλινους τοίχους. Με κοιτάει στα μάτια.
Αναρωτιέμαι αν είναι καλά. Θέλω να πιστεύω ότι είναι καλά.
Κυριακή 20 Δεκεμβρίου 2009
Πέμπτη 17 Δεκεμβρίου 2009
Θα το βρω...πού θα πάει...
Δεν ξέρω τι κάνω. Σε καμμία περίπτωση. Δεν υπάρχει κανένα σχήμα, κανένα σχέδιο, καμμία προοπτική. Υπάρχουν δηλαδή, αλλά δεν ξέρω αν με αφορούν .
Επίσης δεν ξέρω ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημά μου. Δηλαδή, ξέρω ότι υπάρχει πρόβλημα, δε μπορεί να μην υπάρχει, αλλά δεν ξέρω ποιο είναι.
Δουλεύω πολύ. Μ’ αρέσει, κατά κανόνα το διασκεδάζω, προφανώς δεν αντιλαμβάνομαι τη σοβαρότητα της κατάστασης, το βλέπω ακόμα σαν παιχνίδι. Όπως και όλες τις προηγούμενες δουλειές μου δηλαδή. Είναι ντροπή και αίσχος αυτό; Δε νομίζω. Νομίζω ότι είναι ασπίδα προστασίας. Αμέ.
Επίσης δεν ξέρω ποιο ακριβώς είναι το πρόβλημά μου. Δηλαδή, ξέρω ότι υπάρχει πρόβλημα, δε μπορεί να μην υπάρχει, αλλά δεν ξέρω ποιο είναι.
Δουλεύω πολύ. Μ’ αρέσει, κατά κανόνα το διασκεδάζω, προφανώς δεν αντιλαμβάνομαι τη σοβαρότητα της κατάστασης, το βλέπω ακόμα σαν παιχνίδι. Όπως και όλες τις προηγούμενες δουλειές μου δηλαδή. Είναι ντροπή και αίσχος αυτό; Δε νομίζω. Νομίζω ότι είναι ασπίδα προστασίας. Αμέ.
Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2009
Μετακόμιση και τσιγάρα
Αντιλαμβάνομαι φυσικά ότι αυτά τα δύο εκ πρώτης όψεως δεν έχουν τίποτα κοινό. Αλλά η αλήθεια είναι ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένα. Βεβαίως. Τα τσιγάρα είναι κόλλημα. Μεγάλο. Η μετακόμιση δεν είναι ακριβώς κόλλημα, είναι αποτελεί ωστόσο ένα Χ πρόβλημα. Όταν η μετακόμιση δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα ενώ θέλεις απεγνωσμένα να διαφανεί, τα τσιγάρα αυξάνονται. Όταν η μετακόμιση διαφαίνεται επιτέλους στον ορίζοντα και μαζί της όλο το αγγούρι της υπόθεσης, τα τσιγάρα αυξάνονται περισσότερο. Όταν τελειώνει η μετακόμιση και θες να πάρεις μιαν ανάσα σαν άνθρωπος, θα κάνεις κι ένα τσιγαράκι παραπάνω. Όταν τελειώσει η ανάσα και σκεφτείς με το ακατοίκητο κεφάλι σου ότι είναι πολύ πιθανό η διαδικασία να επαναληφθεί, εκεί να δεις τσιγάρα. Γενικώς το όλο θέμα της μετακόμισης συνοδεύεται από τσιγάρα.
Πάλι γκρινιάζω βέβαια. Δε μπορώ να πω ότι ψάχναμε χρόνια ολόκληρα και δε βρίσκαμε σπίτι, ούτε ότι δεν τα βρίσκουμε μεταξύ μας. Αντιθέτως. Το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ότι από τον περασμένο Σεπτέμβριο έχω μετακομίσει τόσες φορές που πλέον δεν την παλεύω.
Αθήνα – Γαλλία. Γαλλία – Αγγλία σπίτι 1. Αγγλία σπίτι 1 – Αγγλία σπίτι 2. Αγγλία σπίτι 2 – Αγγλία σπίτι 3. Αγγλία σπίτι 3 – Αγγλία εδώ που είμαι τώρα. Και όλο αυτό μέσα σε διάστημα 14 μηνών. Ήμαρτον!
Ναι. Βαλίτσες και κούτες παντού σε μόνιμη βάση. Ελπίζω τουλάχιστον τώρα οι βαλίτσες να κάτσουν στ’ αυγά τους για λίγο καιρό μπας και συνέλθω.
Το πρώτο βράδυ στο καινούριο σπίτι λίγο έλειψε να τη βγάλουμε στον καναπέ (και οι τρεις) γιατί τα κρεβάτια έκαναν 150 ώρες να έρθουν. Εξαιρετικά διασκεδαστικό. Επίσης το πρώτο Σαββατοκύριακο χάλασα περίπου 10 συρμάτινα σφουγγάρια στην προσπάθειά μου να το κάνω όχι αστραφτερό, απλώς ανθρώπινο και κατοικήσιμο. Οι συγκάτοικοι μάλλον πιστεύουν ότι έχω κάποιου είδους εγγενή ανωμαλία και υποχονδρισμό. Πράγμα που βεβαίως δεν είναι αλήθεια. Απλά έχω μεγαλώσει με τη μάνα μου. Επομένως τίποτα ποτέ δεν είναι τόσο καθαρό όσο θα έπρεπε. Και δεν είναι διαπραγματεύσιμο το θέμα. Οπότε τους τρομοκρατώ συστηματικά. Χοχοχο. Όχι ότι σκοπεύω να τους κάνω σαν τα μούτρα μου – αυτό είναι αδύνατο ούτως ή άλλως.
Πάλι γκρινιάζω βέβαια. Δε μπορώ να πω ότι ψάχναμε χρόνια ολόκληρα και δε βρίσκαμε σπίτι, ούτε ότι δεν τα βρίσκουμε μεταξύ μας. Αντιθέτως. Το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι ότι από τον περασμένο Σεπτέμβριο έχω μετακομίσει τόσες φορές που πλέον δεν την παλεύω.
Αθήνα – Γαλλία. Γαλλία – Αγγλία σπίτι 1. Αγγλία σπίτι 1 – Αγγλία σπίτι 2. Αγγλία σπίτι 2 – Αγγλία σπίτι 3. Αγγλία σπίτι 3 – Αγγλία εδώ που είμαι τώρα. Και όλο αυτό μέσα σε διάστημα 14 μηνών. Ήμαρτον!
Ναι. Βαλίτσες και κούτες παντού σε μόνιμη βάση. Ελπίζω τουλάχιστον τώρα οι βαλίτσες να κάτσουν στ’ αυγά τους για λίγο καιρό μπας και συνέλθω.
Το πρώτο βράδυ στο καινούριο σπίτι λίγο έλειψε να τη βγάλουμε στον καναπέ (και οι τρεις) γιατί τα κρεβάτια έκαναν 150 ώρες να έρθουν. Εξαιρετικά διασκεδαστικό. Επίσης το πρώτο Σαββατοκύριακο χάλασα περίπου 10 συρμάτινα σφουγγάρια στην προσπάθειά μου να το κάνω όχι αστραφτερό, απλώς ανθρώπινο και κατοικήσιμο. Οι συγκάτοικοι μάλλον πιστεύουν ότι έχω κάποιου είδους εγγενή ανωμαλία και υποχονδρισμό. Πράγμα που βεβαίως δεν είναι αλήθεια. Απλά έχω μεγαλώσει με τη μάνα μου. Επομένως τίποτα ποτέ δεν είναι τόσο καθαρό όσο θα έπρεπε. Και δεν είναι διαπραγματεύσιμο το θέμα. Οπότε τους τρομοκρατώ συστηματικά. Χοχοχο. Όχι ότι σκοπεύω να τους κάνω σαν τα μούτρα μου – αυτό είναι αδύνατο ούτως ή άλλως.
Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2009
Pump it up
Κρατάει μια αντλία και ένα σωλήνα και έρχεται κουτσαίνοντας. Ακουμπάει με κόπο την αντλία στο χώμα. Παίρνει ένα νυστέρι και κάνει μια τομή ανάμεσα στους ώμους μου. Ο πόνος με τρελλαίνει αλλά δεν αντιδρώ ούτε γυρίζω να κοιτάξω. Σφίγγω τα δόντια και κοιτάω μπροστά μου τον ήλιο που βασιλεύει. Βάζει το σωλήνα στην τομή και ενεργοποιεί την αντλία. Τα μάτια μου δακρύζουν απ’ τον πόνο και σφίγγω τις γροθιές μου μέχρι να ματώσουν, αλλά δεν κουνιέμαι. Ο σωλήνας ρουφάει όλη μου την ψυχή, όλες τις εικόνες από το κεφάλι μου, όλα όσα με κρατάνε ζωντανή, όλα όσα με κάνουν να πονάω και να γελάω και να θυμάμαι. Όλα εγκαταλείπουν το σώμα μου και διαλύονται στον αέρα σε μια βροχή από βιολετί σταγόνες. Νιώθω το σώμα μου να τραντάζεται, κάθε κύτταρο να σπαράζει. Και μετά βγάζει το σωλήνα και τα βλέφαρά μου βαραίνουν και μουδιάζω. Δε νιώθω τίποτα πια. Οι σταγόνες διαλύονται σιγά σιγά. Γυρίζω να κοιτάξω. Βγάζει το σωλήνα, τον τυλίγει γύρω από την αντλία και φεύγει αργά και με δυσκολία, όπως ήρθε. Μάλλον καταλαβαίνει και γυρίζει να με κοιτάξει. Τα ρούχα του είναι τριμμένα και βρώμικα. Ρυτιδιασμένο πρόσωπο και χέρια και δυο τεράστια υγρά μάτια. «Ανόητο παιδί…» ψιθυρίζει και ξαναπαίρνει το δρόμο. Τι εννοεί; Δεν καταλαβαίνω. Δε νιώθω τίποτα. Κοιτάω τις παλάμες μου και διαπιστώνω ότι είναι ματωμένες αλλά δε θυμάμαι πώς συνέβη αυτό. Λέξεις περνάνε από το κεφάλι μου. Πόνος, ζήλια, αγάπη, θυμός, απόγνωση, απόλαυση, εκδίκηση. Περνάνε από το κεφάλι μου αλλά δε μπορώ να τις συνδέσω με κανένα νόημα.. Δε νιώθω τίποτα. Είμαι άδεια. Και ξεκινάω το ταξίδι προς το ηλιοβασίλεμα.
Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2009
Johnny
Μετά από απαίτηση του λαού, η Helena εξοστρακίστηκε από το desktop μου. Damn!
Το σλόγκαν των Gogol Bordello 'Start Wearing Purple' πήρε τη θέση της για 30 περίπου δευτερόλεπτα.
Τρεις ψιλοφριχτές κακιασμένες Halloween κολοκύθες πήραν τη θέση του για περίπου 20 λεπτά.
Και μετά ήρθε ο Jack Sparrow. Μπίχλας, με ράστα, μπιχλιμπίδια στη ράστα, δίκοχο πειρατικό, μούσι πλεγμένο κοτσιδάκια, μάτια βαμμένα μαύρα και ένα φανταστικό, ξεκαρδιστικό απορημένο-καχύποπτο βλέμμα. Το ίδιο δηλαδή μ’ αυτό που περιφέρω κι εγώ στη φάτσα μου όλη μέρα. Μόνο που εγώ δεν είμαι Johnny.
Αγαπάμε Johnny. Σαφώς!
Davy Jones: Do you feel dead?
Jack Sparrow: You have no idea.
Το σλόγκαν των Gogol Bordello 'Start Wearing Purple' πήρε τη θέση της για 30 περίπου δευτερόλεπτα.
Τρεις ψιλοφριχτές κακιασμένες Halloween κολοκύθες πήραν τη θέση του για περίπου 20 λεπτά.
Και μετά ήρθε ο Jack Sparrow. Μπίχλας, με ράστα, μπιχλιμπίδια στη ράστα, δίκοχο πειρατικό, μούσι πλεγμένο κοτσιδάκια, μάτια βαμμένα μαύρα και ένα φανταστικό, ξεκαρδιστικό απορημένο-καχύποπτο βλέμμα. Το ίδιο δηλαδή μ’ αυτό που περιφέρω κι εγώ στη φάτσα μου όλη μέρα. Μόνο που εγώ δεν είμαι Johnny.
Αγαπάμε Johnny. Σαφώς!
Davy Jones: Do you feel dead?
Jack Sparrow: You have no idea.
Τρίτη 24 Νοεμβρίου 2009
Όταν το μπαμπού συναντά το management
Βρέχει. Έχω ένα σωρό δουλειές. Και τα δύο αφεντικά λείπουν στην Ελβετία, οπότε έχω λίγο περισσότερη δουλειά απ’ ότι συνήθως.
Θα έπρεπε να χαίρομαι. (και τώρα που το διαβάζω και το ξανασκέφτομαι: γιατί θα έπρεπε να χαίρομαι; Γιατί να μην έπρεπε να χαλιέμαι, ας πούμε;)
Κατά ένα μεγάλο μέρος, η δουλειά μου είναι να μιλάω όλη μέρα στο τηλέφωνο ή με mail με διάφορους απίστευτους τύπους που πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν τη δουλειά μου καλύτερα από μένα.
Όλο αυτό το θέμα με το μάνατζμεντ (το Word δεν υπογραμμίζει το «μάνατζμεντ». Υπογραμμίζει το καμμία και το τρελλός, αλλά όχι το μάνατζμεντ) έχει αρχίσει να εμποτίζει την όλη μου ύπαρξη, διότι βιώνω συμπτώματα του στυλ: εκεί που έχω ξυπνήσει, ψιλοπιεί καφέ, ψιλοντυθεί, ψιλοετοιμαστεί και πιάνω στα χέρια μου το eyeliner, ας πούμε, αρχίζει και εμφανίζεται σιγά σιγά στο κεφάλι μου μια λίστα με ό,τι έχω να κάνω σήμερα. Μέχρι να ξεμπερδέψω και με τα δύο μάτια η λίστα περιλαμβάνει ονόματα, αρίθμηση και ώρα (τοπική και προορισμού) αναφορικά με το κάθε task. Ανησυχώ γιατρέ μου. Πού και πού κάνω και αηδίες του στυλ στέλνω κατεπείγον mail με διορθώσεις στο γραφείο στο Πεκίνο, όπου φυσικά είναι μαύρα μεσάνυχτα. Δε με έχουν βρίσει ακόμα. Ευτυχώς.
Τώρα έχει ήλιο. Αλλά είμαι πλέον παλαίουρας και δε μασάω, ξέρω ότι σε κανά πεντάλεπτο θα ρίξει πάλι κατακλυσμό.
Πρέπει να πω ότι με όλο το θέμα με το σπίτι έχω εκτροχιαστεί και πρέπει κάποιος να με ανακαλέσει στην τάξη.
Έχω ένα κατάλογο με περίπου ένα απειρικομμύριο σελίδες – σαν ΙΚΕΑ, αλλά όχι ΙΚΕΑ.
Κάθε βράδυ τον ανοίγω, τον ξεφυλλίζω, σημειώνω τι θέλω να αγοράσω και μετά τα σβήνω και γράφω τι μπορώ να αγοράσω, κάνω τη σούμα και με πιάνει ίλιγγος. Μάλλον θα πρέπει να τη βγάλω με στρώμα αέρα και noodles in a bowl για τον επόμενο μήνα. Αλλά το πλεκτό παραβάν με τα ανάγλυφα αστέρια θα το πάρω ο κόσμος να χαλάσει (το τι θα το κάνω και το εάν πραγματικά το χρειάζομαι είναι άλλη υπόθεση).
Λοιπόν ε.
Τα έχω πάρει.
Ξεκινάω να γράφω ένα γαμωκείμενο.
Το αφήνω φυσικά στη μέση είτε γιατί στερεύω είτε γιατί πρέπει να ασχοληθώ με κάτι επείγον – και συνήθως όλα είναι επείγοντα.
Και μετά που θέλω να συνεχίσω, δε μπορώ, διότι έχει μεσολαβήσει κάποιο ελεεινό γεγονός το οποίο εκ των πραγμάτων με εμποδίζει.
Επί του παρόντος, ας πούμε, από χτες μέχρι σήμερα έμαθα ότι τελικά δεν πήραμε το σπίτι.
Και γιατί αγαπητοί τηλεθεατές δεν πήραμε το σπίτι;
Διότι η σπιτονοικοκυρά λέει δε θέλει sharers, θέλει ζευγάρι ή ένα άτομο μόνο του.
Δηλαδή σοβαρά μιλάμε; Δε θέλει παιδιά, δε θέλει ζώα, δε θέλει καπνιστές, δε θέλει sharers…τι σκατά θέλει;
Αλλά βέβαια, έπρεπε να το είχα καταλάβει για τι ψαροκασέλα μιλάμε όταν πήγαμε να δούμε το σπίτι. Δηλαδή τι είδους άτομο θα είχε για κεφαλάρι ένα τέτοιο τεράστιο ροκοκοανεγαννησιακομπαροκΛουιΣκατορζ πράμα από μπαμπού; Από μπαμπού for fuck’s sake! Να το βλέπεις δηλαδή όταν ξυπνάς και να ανοίγει η καρδιά σου ρε παιδί μου.
Κοπελιά. Να σου σπικάρω δύο φωνήεντα. Το μπαμπού απαντάται κατά κανόνα στην Ασία. Το ‘χουμε; Και χρησιμοποιείται σε σκαλωσιές και πατώματα ή και σχολεία στην Ινδονησία. Αλλά εσύ το θες ντε και καλά για διακόσμηση. Λοιπόν. Η διακοσμητική φιλοσοφία της Ασίας ουδεμία σχέση έχει με το γνωστό σε όλους μας ροκοκοανεγαννησιακομπαροκΛουιΣκατορζ στυλ, το οποίο είναι αμιγώς Ευρωπαϊκή επινόηση. Το ‘χουμε; Αν λοιπόν ντε και καλά θες να χρησιμοποιήσεις μπαμπού γιατί την έχεις δει πολύ ζεν ξαφνικά, το στυλ του θα είναι είτε μίνιμαλ αλά Ιαπωνία, είτε τσαντήρι-χριστουγεννιάτικο-δέντρο-τσίρκο-μπλιαχ αλά Κίνα, είτε θα μετακομίσεις στην Ταϋλάνδη και θα πάρεις ένα Πάντα να το ταΐζεις (όχι εμένα – ένα κανονικό Πάντα), είτε το πολύ-πολύ να το ακονίσεις για να το χώνεις κάτω από τα νύχια του κόσμου όπως κάνανε οι Βιετκόνγκ. Το ‘χουμε;
Και στην τελική μη το νοικιάζεις το γαμώσπιτο. Τον άξονα της γης μου μέσα.
Αλλά έτσι και την πιάσω στα χέρια μου τη μπρατσέρα θα γίνει ένα ωραιότατο δαμασκηνί. Και δεν είμαι και βίαιος άνθρωπος εγώ.
Για να σοβαρευτούμε σιγά σιγά.
Αι σιχτιρ πρωινιάτικα.
Θα έπρεπε να χαίρομαι. (και τώρα που το διαβάζω και το ξανασκέφτομαι: γιατί θα έπρεπε να χαίρομαι; Γιατί να μην έπρεπε να χαλιέμαι, ας πούμε;)
Κατά ένα μεγάλο μέρος, η δουλειά μου είναι να μιλάω όλη μέρα στο τηλέφωνο ή με mail με διάφορους απίστευτους τύπους που πιστεύουν ότι μπορούν να κάνουν τη δουλειά μου καλύτερα από μένα.
Όλο αυτό το θέμα με το μάνατζμεντ (το Word δεν υπογραμμίζει το «μάνατζμεντ». Υπογραμμίζει το καμμία και το τρελλός, αλλά όχι το μάνατζμεντ) έχει αρχίσει να εμποτίζει την όλη μου ύπαρξη, διότι βιώνω συμπτώματα του στυλ: εκεί που έχω ξυπνήσει, ψιλοπιεί καφέ, ψιλοντυθεί, ψιλοετοιμαστεί και πιάνω στα χέρια μου το eyeliner, ας πούμε, αρχίζει και εμφανίζεται σιγά σιγά στο κεφάλι μου μια λίστα με ό,τι έχω να κάνω σήμερα. Μέχρι να ξεμπερδέψω και με τα δύο μάτια η λίστα περιλαμβάνει ονόματα, αρίθμηση και ώρα (τοπική και προορισμού) αναφορικά με το κάθε task. Ανησυχώ γιατρέ μου. Πού και πού κάνω και αηδίες του στυλ στέλνω κατεπείγον mail με διορθώσεις στο γραφείο στο Πεκίνο, όπου φυσικά είναι μαύρα μεσάνυχτα. Δε με έχουν βρίσει ακόμα. Ευτυχώς.
Τώρα έχει ήλιο. Αλλά είμαι πλέον παλαίουρας και δε μασάω, ξέρω ότι σε κανά πεντάλεπτο θα ρίξει πάλι κατακλυσμό.
Πρέπει να πω ότι με όλο το θέμα με το σπίτι έχω εκτροχιαστεί και πρέπει κάποιος να με ανακαλέσει στην τάξη.
Έχω ένα κατάλογο με περίπου ένα απειρικομμύριο σελίδες – σαν ΙΚΕΑ, αλλά όχι ΙΚΕΑ.
Κάθε βράδυ τον ανοίγω, τον ξεφυλλίζω, σημειώνω τι θέλω να αγοράσω και μετά τα σβήνω και γράφω τι μπορώ να αγοράσω, κάνω τη σούμα και με πιάνει ίλιγγος. Μάλλον θα πρέπει να τη βγάλω με στρώμα αέρα και noodles in a bowl για τον επόμενο μήνα. Αλλά το πλεκτό παραβάν με τα ανάγλυφα αστέρια θα το πάρω ο κόσμος να χαλάσει (το τι θα το κάνω και το εάν πραγματικά το χρειάζομαι είναι άλλη υπόθεση).
Λοιπόν ε.
Τα έχω πάρει.
Ξεκινάω να γράφω ένα γαμωκείμενο.
Το αφήνω φυσικά στη μέση είτε γιατί στερεύω είτε γιατί πρέπει να ασχοληθώ με κάτι επείγον – και συνήθως όλα είναι επείγοντα.
Και μετά που θέλω να συνεχίσω, δε μπορώ, διότι έχει μεσολαβήσει κάποιο ελεεινό γεγονός το οποίο εκ των πραγμάτων με εμποδίζει.
Επί του παρόντος, ας πούμε, από χτες μέχρι σήμερα έμαθα ότι τελικά δεν πήραμε το σπίτι.
Και γιατί αγαπητοί τηλεθεατές δεν πήραμε το σπίτι;
Διότι η σπιτονοικοκυρά λέει δε θέλει sharers, θέλει ζευγάρι ή ένα άτομο μόνο του.
Δηλαδή σοβαρά μιλάμε; Δε θέλει παιδιά, δε θέλει ζώα, δε θέλει καπνιστές, δε θέλει sharers…τι σκατά θέλει;
Αλλά βέβαια, έπρεπε να το είχα καταλάβει για τι ψαροκασέλα μιλάμε όταν πήγαμε να δούμε το σπίτι. Δηλαδή τι είδους άτομο θα είχε για κεφαλάρι ένα τέτοιο τεράστιο ροκοκοανεγαννησιακομπαροκΛουιΣκατορζ πράμα από μπαμπού; Από μπαμπού for fuck’s sake! Να το βλέπεις δηλαδή όταν ξυπνάς και να ανοίγει η καρδιά σου ρε παιδί μου.
Κοπελιά. Να σου σπικάρω δύο φωνήεντα. Το μπαμπού απαντάται κατά κανόνα στην Ασία. Το ‘χουμε; Και χρησιμοποιείται σε σκαλωσιές και πατώματα ή και σχολεία στην Ινδονησία. Αλλά εσύ το θες ντε και καλά για διακόσμηση. Λοιπόν. Η διακοσμητική φιλοσοφία της Ασίας ουδεμία σχέση έχει με το γνωστό σε όλους μας ροκοκοανεγαννησιακομπαροκΛουιΣκατορζ στυλ, το οποίο είναι αμιγώς Ευρωπαϊκή επινόηση. Το ‘χουμε; Αν λοιπόν ντε και καλά θες να χρησιμοποιήσεις μπαμπού γιατί την έχεις δει πολύ ζεν ξαφνικά, το στυλ του θα είναι είτε μίνιμαλ αλά Ιαπωνία, είτε τσαντήρι-χριστουγεννιάτικο-δέντρο-τσίρκο-μπλιαχ αλά Κίνα, είτε θα μετακομίσεις στην Ταϋλάνδη και θα πάρεις ένα Πάντα να το ταΐζεις (όχι εμένα – ένα κανονικό Πάντα), είτε το πολύ-πολύ να το ακονίσεις για να το χώνεις κάτω από τα νύχια του κόσμου όπως κάνανε οι Βιετκόνγκ. Το ‘χουμε;
Και στην τελική μη το νοικιάζεις το γαμώσπιτο. Τον άξονα της γης μου μέσα.
Αλλά έτσι και την πιάσω στα χέρια μου τη μπρατσέρα θα γίνει ένα ωραιότατο δαμασκηνί. Και δεν είμαι και βίαιος άνθρωπος εγώ.
Για να σοβαρευτούμε σιγά σιγά.
Αι σιχτιρ πρωινιάτικα.
Ετικέτες
δηλώσεις,
working girl in the UK
Τετάρτη 18 Νοεμβρίου 2009
Διάλογος 5
- Τι γίνεται μετά;
- Μετά από τι;
- Από ‘δω.
- Πού να ξέρω ρε; Τι είμαι, μέντιουμ;
- Τι επιλογές υπάρχουν ρε παιδί μου;
- Διάφορες. Παράδεισος. Κόλαση. Ανυπαρξία. Μετεμψύχωση.
- Ε και τι; Διαλέγω και παίρνω;
- Γιατί όχι;
- Δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή.
- Ανυπαρξία λοιπόν. Συγχαρητήρια και μπράβο.
- Είναι παράλογο;
- Είναι σίγουρα επικίνδυνο. Αν δεν πιστεύεις ότι θα κριθείς, αν πιστεύεις ότι αυτή η ζωή είναι το μόνο που υπάρχει, διατρέχεις τον κίνδυνο να επιχειρήσεις κάθε είδους ακρότητες.
- Ωραία! Ξεκινάμε;
- Μετά από τι;
- Από ‘δω.
- Πού να ξέρω ρε; Τι είμαι, μέντιουμ;
- Τι επιλογές υπάρχουν ρε παιδί μου;
- Διάφορες. Παράδεισος. Κόλαση. Ανυπαρξία. Μετεμψύχωση.
- Ε και τι; Διαλέγω και παίρνω;
- Γιατί όχι;
- Δεν πιστεύω στη μετά θάνατον ζωή.
- Ανυπαρξία λοιπόν. Συγχαρητήρια και μπράβο.
- Είναι παράλογο;
- Είναι σίγουρα επικίνδυνο. Αν δεν πιστεύεις ότι θα κριθείς, αν πιστεύεις ότι αυτή η ζωή είναι το μόνο που υπάρχει, διατρέχεις τον κίνδυνο να επιχειρήσεις κάθε είδους ακρότητες.
- Ωραία! Ξεκινάμε;
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)