Τετάρτη 22 Ιουλίου 2009

- Έλενα
- …
- Έλενα.
- Τι έγινε;
- Ξύπνα. Έχουν περάσει δυο μέρες.
- Κιόλας;
- Κιόλας.
- Πού είναι;
- Έχει φρικάρει, Έλενα. Το μυαλό του δεν ξέρω αν μπορεί να αντέξει.
- Το μυαλό του μπορεί να αντέξει πολλά περισσότερα.
- Δε βουτάς έτσι έναν άνθρωπο από τη ζωή του και ξαφνικά του λες ότι όλος του ο κόσμος δεν είναι παρά ένα παραπέτασμα.
- Το υποψιαζόταν ήδη. Εδώ και καιρό. Ήξερε ότι υπάρχει κάτι άλλο εκεί έξω. Και βασανιζόταν.

Η Έλενα ανασηκώθηκε και ψαχούλεψε τα τσιγάρα της. Άφησε το βλέμμα της να πλανηθεί στο τεράστιο παράθυρο απέναντι από το κρεβάτι της. Ο αέρας λυσσομανούσε έξω και τα κλαδιά των αιωνόβιων δέντρων χόρευαν στο ρυθμό του. Η λίμνη έμοιαζε να έχει ασήμι στην επιφάνειά της και ο τεράστιος πέτρινος τοίχος στο βάθος του ορίζοντα ήταν το μόνο πράγμα που έμοιαζε σταθερό.
Ξεφύσηξε τον καπνό και θυμήθηκε τι έγινε δυο βράδια πριν.

Περασμένα μεσάνυχτα στο βρεγμένο βρώμικο πλακόστρωτο. Ένας άντρας περπατάει αδιαφορώντας για τη βροχή. Η Έλενα τον παρακολουθούσε κρυμμένη στην πέτρινη κόχη της γέφυρας. Ήταν έξαλλη. Ο άντρας έπρεπε να είναι στο Βερολίνο εδώ και δύο μέρες. Δεν ήταν όμως. Ήταν ακόμα εκεί και περιφερόταν στους βρεγμένους δρόμους μόνος του. Η Έλενα βαθιά μέσα της φθόνησε την άγνοιά του και αναρωτιόταν αν η απόφασή της να του αποκαλύψει την αλήθεια ήταν κατά βάθος εγωιστική και άδικη. Δεν πρόλαβε να το σκεφτεί για πολύ. Μια μαυροντυμένη φιγούρα φάνηκε στο πλακόστρωτο και κατευθύνθηκε προς το μοναχικό άντρα. Η Έλενα είδε αμέσως την ασημένια λάμψη του μαχαιριού που είχε τραβήξει λίγα εκατοστά από τη θήκη του. Κατέβασε την κουκούλα, έκρυψε το πρόσωπό της, τράβηξε το σπαθί που έκρυβε κάτω από το μανδύα και του έφραξε το δρόμο. Ο Κυνηγός δεν περίμενε κάτι τέτοιο και μάλλον αιφνιδιάστηκε – είχε θεωρήσει ότι η δουλειά θα ήταν σχετικά απλή. Η θέα του βαθυκόκκινου μανδύα τον ανησύχησε, αλλά σκέφτηκε ότι δεν ήταν η πρώτη φορά που αντιμετώπιζε έναν από αυτούς. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα το κεφάλι του έπεφτε στο πλακόστρωτο, λίγο μακρύτερα από το σημείο που στεκόταν εμβρόντητος ο μοναχικός άντρας. Η Έλενα έβαλε το σπαθί στη θήκη του και τον πλησίασε.
- Γιατί δεν είσαι στο Βερολίνο; ρώτησε ψιθυρίζοντας.
- Δεν…Τι; Τι ήταν αυτό;
- Κυνηγός. Εκτελεστής. Και ερχόταν για σένα.
- Ερχόταν…να με σκοτώσει;
Η Έλενα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.
- Ίσως θα έπρεπε να τον είχες αφήσει να το κάνει.
- Μη μου αρχίσεις πάλι τα αυτοκαταστροφικά σου, σε παρακαλώ.
- Πάλι; Γνωριζόμαστε;
Καμμία απάντηση.
- Τον αποκεφάλισες.
- Πράγματι.
- Τι είσαι; Τι είδους άνθρωπος κουβαλάει σπαθί νυχτιάτικα και αποκεφαλίζει κόσμο;
Η Έλενα σήκωσε τη βαριά κουκούλα από το πρόσωπό της.
- Δεν είναι δυνατόν!!! πισωπάτησε έντρομος.
- Λυπάμαι που συνέβη αυτό. Πραγματικά προσπάθησα να έρθω σε επαφή πάρα πολλές φορές μαζί σου με πολύ πιο ήπιο τρόπο. Αλλά ποτέ δε με άφησες. Ίσως να χρειαζόταν ένα τέτοιο δραστικό γεγονός για να καταλάβεις ότι πρέπει να δώσεις λίγη παραπάνω σημασία σε ό,τι έχω να πω. Σε κάθε περίπτωση όμως, δεν έπρεπε να είσαι εδώ. Γι’ αυτό ξαναρωτάω: γιατί δεν είσαι στο Βερολίνο;
Δεν πήρε απάντηση. Τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια μ’ έναν τρόπο τόσο έντονο που του προκάλεσε ναυτία. Έπειτα είπε:
- Ώστε έτσι λοιπόν. Είναι ώρα να επισκεφθούμε την αγαπημένη σου σύζυγο νομίζω.
Τρόμος ζωγραφίστηκε στα μάτια του, αλλά παρ’ όλ’ αυτά βρήκε τη δύναμη να ρωτήσει:
- Πώς το έκανες αυτό;
- Αν θέλεις, θα σου δείξω.
- Πώς να διαβάζω τη σκέψη ή πώς να αποκεφαλίζω κόσμο;
- Ας ελπίσουμε ότι θα μάθεις και τα δύο και πολλά ακόμα.
- Τι είσαι;
- ...
- …γιατί εμένα;
- Γιατί αν είσαι αυτός που νομίζω…
- Ποιος νομίζεις ότι είμαι;
Η Έλενα χαμογέλασε.
- Είσαι μελαγχολικός άνθρωπος. Σκοτεινός. Πάντα ανικανοποίητος. Πάντα ανήσυχος. Από πού πηγάζει αυτό; Πηγάζει από την ενδόμυχη πίστη σου ότι υπάρχουν πολλά πράγματα στον κόσμο που τα νιώθεις αλλά δε μπορείς να τα αγγίξεις. Αισθάνεσαι τις αύρες να σε διαπερνούν και ξέρεις ότι κάτι γίνεται, αλλά δε μπορείς να το δεις ή να το προσδιορίσεις. Και πράγματι. Υπάρχουν πράγματα που συμβαίνουν στο περιθώριο αυτού του κόσμου και πολλά απ’ αυτά είναι σημαντικά…αυτά θα σου δείξω. Και γι’ αυτά θα σου ζητήσω να πολεμήσεις.
- Δε μπορεί να πιστεύεις ότι θα πολεμήσω για οτιδήποτε.
- Κι όμως…μόλις καταλάβεις τι πράγματα είσαι ικανός να κάνεις…θα θελήσεις από μόνος σου να πολεμήσεις, πριν στο ζητήσω εγώ.
- Τι εννοείς;
- Φτάσαμε.
- Πώς ξέρεις πού μένω;
- Δεν ξέρω πού μένεις. Εσύ ξέρεις πού μένεις, ακολουθώ τις εικόνες που εσύ έχεις στο μυαλό σου.
Ψαχούλεψε τα κλειδιά του και προσπάθησε να σκεφτεί ποιο ήταν το πρώτο πράγμα που του ήρθε στο μυαλό όταν ξύπνησε το πρωί. Η φαντασία του κάλπαζε, αλλά ποτέ δεν πίστεψε ότι κάτι τέτοιο θα συνέβαινε. Παραιτήθηκε από την προσπάθεια να ξεκλειδώσει και απλά χτύπησε την πόρτα. Όταν η πόρτα άνοιξε, δεν πρόλαβε να μιλήσει.
- Γειά σου Ζωή, είπε η Έλενα.

- Γεια σου Έλενα, είπε η Ζωή.
Έλενα; αναρωτήθηκε εκείνος. Έλενα; Γιατί δε τη φωνάζει με το κανονικό της όνομα; Και, πάνω απ’ όλα, πώς είναι δυνατό να γνωρίζονται οι δυο τους;

- Μπορείς να γυρίσεις πίσω όποτε το θελήσεις, Ζωή.
Μια σκιά πέρασε από τα μάτια της Ζωής και ρυτίδες φάνηκαν στο πρόσωπό της.
- Όχι. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός μου. Έχω δει πάρα πολύ πόνο και θάνατο. Δε γυρίζω πίσω.
Η Έλενα την κοίταξε. Δεν της απάντησε γιατί κάπου μέσα της ήξερε ότι ίσως η Ζωή είχε δίκιο. Γύρισε σ' εκείνον.
- Πρέπει να φύγουμε. Θα σε περιμένω έξω.

Δυο μέρες μετά, η Έλενα χάζευε έξω από το παράθυρο και προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό της ότι έκανε τη σωστή επιλογή. Ο Χάρης καθόταν ακόμα στην πόρτα. Η Έλενα ήξερε πολύ καλά τι περίμενε να ακούσει, αλλά δεν ήταν σε θέση να του το πει.

Τρίτη 7 Ιουλίου 2009

Happy fuckin' birthday

Θυμάμαι αμυδρά, όταν ακόμα δεν ήμουνα σίγουρη για το τι θέλω να φοράω, ή για το τι ακριβώς είναι πανεπιστήμιο, όταν ακόμα δεν είχα ιδέα τι σημαίνει ελευθερία, θυμάμαι λοιπόν τη φίλη μου τη Μαρίνα να γκρινιάζει ότι δε την παλεύει να γυρνάει από τη Μυτιλήνη στο εφηβικό της δωμάτιο, ότι συνήθισε να είναι μόνη της.

Σειρά μου τώρα. Έχοντας παραδεχτεί εδώ και χρόνια ότι περνάω όλες μου τις επαναστάσεις και τις περίεργες τάσεις της εφηβείας σε μια ηλικία σχετικά προχωρημένη όπου η εφηβεία μοιάζει όνειρο, πρέπει να πω ότι ακόμα ακροβατώ μεταξύ σοβαρότητας και βλακείας, μεταξύ του τι είναι και τι δεν είναι αποδεκτό και κυρίως γύρω από το τι περιμένουν οι άλλοι από μένα κι αν υπάρχει ποτέ καμμιά περίπτωση να περιμένουν κάτι που να συμβαδίζει επιτέλους με ότι περιμένω εγώ από μένα.

Το θέμα είναι ότι έφτασα στο σημείο που προτιμώ να γυρίσω πίσω αλυσοδεμένη παρά να συνεχίσω να ζω στην Αγγλία έτσι όπως ζω τώρα.

Έγινα 25 πρόσφατα και, παρ’ όλο που κάποια στιγμή πήγα να το πιστέψω, δεν ήρθε η συντέλεια του κόσμου. Ήρθε όμως η στιγμή που σκέφτηκα τι έχω κάνει μέχρι τώρα, πώς έχω κάνει ότι έχω κάνει μέχρι τώρα, με ποιους ανθρώπους έχω μοιραστεί ότι έχω κάνει μέχρι τώρα και, τελικά, ποιο είναι για μένα το σημαντικότερο πράγμα σ’ αυτή τη ζωή; Και πώς θα φτάσω εκεί;

Οι συζητήσεις για τον καιρό είναι ένα θέμα για το οποίο όλος ο πλανήτης κοροϊδεύει τους Άγγλους. Θεωρώ όμως ότι δεν είναι δυνατόν να μείνεις νοήμον ον για πολύ καιρό σ’ αυτή τη χώρα και μ’ αυτό τον καιρό. Τελικά νομίζω ότι η Μεσόγειος και οι συνήθειες που το μεσογειακό μοντέλο συνεπάγεται είναι πολύ πιο βαθιά ριζωμένες στο DNA μου απ’ όσο ήθελα να πιστεύω. Αυτό σημαίνει ότι ξυπνάω το πρωί νιώθωντας μια δερμάτινη αρβύλα να ζουλάει την καρδιά μου – χωρίς κανένα προφανή λόγο. Συνεχίζω να την κουβαλάω μαζί μου όλη μέρα σε ότι κάνω, στενάζοντας κάτω από το βάρος της κι από τις λάσπες της σόλας της. Και πρέπει επιτέλους να την ξεφορτωθώ. Αυτό βέβαια δε σημαίνει – σε καμμά περίπτωση – ότι άμα γυρίσω πίσω όλα θα γίνουν ξαφνικά ροζ με καρδούλες και ουράνια τόξα – τουναντίον. Αλλά.

Οι άνθρωποι με τρομάζουν τρομερά, όπως έχω ξαναπεί. Ιδίως οι άνθρωποι που με ξέρουν, που μπορούν να καταλάβουν τι σκέφτομαι πριν μιλήσω. Η αλήθεια όμως είναι ότι τους χρειάζομαι αυτούς τους ανθρώπους, είναι κομμάτι από μένα. Και κανείς τους δεν είναι εδώ. Κι αυτό είναι το βασικό πράγμα που πρέπει να αποφασίσω. Τους χρειάζομαι τόσο που να αξίζει τον κόπο να γυρίσω πίσω; Η απάντηση, δυστυχώς ή ευτυχώς είναι...μακάρι να 'ξερα ποια είναι.

Θα ήταν ενδεχομένως άδικο να πω ότι περνάω άσχημα στην Αγγλία. Τα έχω βρει μπαστούνια με τη συγκατοίκηση όντως και ώρες ώρες νομίζω ότι θα εκραγώ απ’ τις ζοχάδες μου, αλλά κατά τ’ άλλα περνάω καλά. Όχι όμως τόσο καλά όσο με τους ανθρώπους που μιλάνε τη γαμημένη τη γλώσσα μου. Κυριολεκτικά και μεταφορικά.

Έτσι λέω τώρα. Αυτό δε σημαίνει απαραίτητα ότι δε θα αλλάξω γνώμη μέσα στα επόμενα 45 δευτερόλεπτα, όπως συνήθως. Τα χρυσόψαρα έχουν βραχεία μνήμη. Εγώ έχω βραχείες γνώμες και στάσεις απέναντι στη ζωή τη δική μου και ενίοτε και των άλλων.

Παράνοια;

Πάω να τελειώσω τις πληρωμές τώρα γιατί αρκετά με τις υπαρξιακές μου ανησυχίες πρωινιάτικα.

Τρίτη 30 Ιουνίου 2009

Αναποφάσιστη

Τι; Όλα. Τίποτα. Το τώρα. Το χτες. Το απρόβλεπτο. Το χτύπημα στο στομάχι. Το χαμόγελο και το θρόισμα των δέντρων. Τα νερά και η έρημος. Μαύρο και πράσινο. Μοβ και βυσσινί. Κίτρινο και μπλε. Γαλάζιο και λευκό. Όλα είναι απαίσια. Όλα είναι τέλεια. Όλα είναι ανησυχητικά. Όλοι είναι σοβαροί. Όλοι είναι τρελλοί. Όλοι είναι αδιάφοροι. Λεφτά λεφτά λεφτά. Έχουμε καταντήσει να σκεφτόμαστε όλο τα κωλολεφτά. Γίνεται να μη με απασχολήσουν ποτέ ξανά τα λεφτά;

Νυστάζω σήμερα. Νιώθω κουρασμένη και δεν έχω κάνει τίποτα. Λευκό και γκρι. Χακί και κόκκινο. Φανάρια, κάμερες, κιγκλιδώματα, virtual διαφημίσεις, αστυνομικοί, βρώμα, μαυρίλα. Το Children Of Men δε μου φαίνεται και τόσο εξωπραγματικό πλέον. Είναι μάλλον η αναπόφευκτη κατάληξη.

Μπαλόνια. Μπαλόνια;
Μου λείπει η Αθήνα. Αλλά δε θέλω να γυρίσω. Τι σχιζοφρένεια!
Κανείς δεν κοιτάει κανέναν.
Κανείς δεν προσέχει τίποτα.

Ή τουλάχιστον έτσι μου φαίνεται εμένα.

Πέμπτη 25 Ιουνίου 2009

The Hunt For The Perfect Bubble

Κυνηγάμε τον ήλιο με το δίκαννο. Έτσι και σκάσει μύτη ξέρω ότι όταν γυρίσω σπίτι, όλοι θα έχουν βγει στην αυλή και θα πίνουν, θα ποτίζουν, θα ετοιμάζουν μπάρμπεκιου και θα χαίρονται γενικά. Δεν μπορούσα να το αντιληφθώ αυτό σε μια χώρα που έχει ήλιο 8 μήνες το χρόνο. Αλλά εδώ η χαρά λόγω εμφάνισης ήλιου είναι νομικά κατοχυρωμένο συναίσθημα. Το γέλιο είναι ότι συχνά αρχίζει να βρέχει ή να νυχτώνει κάποια στιγμή, οπότε καταλήγουμε να πίνουμε ή να μασουλάμε μπριζόλες κάτω από μια ομπρέλα θαλάσσης (η ομπρέλα θαλάσσης μας φέρνει πιο κοντά!) ή τυλιγμένοι με κουβέρτες ωσάν Εσκιμώοι.

Σήμερα επιθυμώ διακαώς να κόψω τις φλέβες μου με τσιμπιδάκι για τα φρύδια και στη συνέχεια να τις πλέξω σταυροβελονιά. Αυτή η επιθυμία είναι απόρροια της προσπάθειας εγκατάστασης καινούριας γραμμής ίντερνετ ΚΑΙ καινούριου router ταυτόχρονα στο γραφείο, η οποία απεδείχθη ατελέσφορη και κατέληξε σε παταγώδη αποτυχία. Ο τυπάς από την σούπερ ουάου τραλαλά logistics δεν-ξέρω-και-γω-τι εταιρία ιδρώνει και ξεϊδρώνει προσπαθώντας να ακολουθήσει τις οδηγίες που του φωνάζει ένα πράμα που μοιάζει με gameboy. Ανεπιτυχώς. Ως αποτέλεσμα, κανείς δε μπορεί να λάβει mail, ergo δεν έχουμε κανένα λόγο να βρισκόμαστε εδώ αφού όλες οι επικοινωνίες με πελάτες και προμηθευτές γίνονται ηλεκτρονικά. Οπότε κοιταζόμαστε απελπισμένα, λέμε ανούσιες αηδίες και καλά για να περάσει η ώρα, αλλά όλοι έχουμε στο μυαλό μας τα mail που περιμένουμε από τους πελάτες, τα οποία κάπου έχουν σκαλώσει και δεν έρχονται και ωχ αμάν τι θα κάνουμε τώρα, παναγία μου, βοήθειααααααααααα.

Επίσης ήθελα να πω για το εκπληκτικό σπορ που ονομάζεται το Κυνήγι Της Τέλειας Σαπουνόφουσκας, το οποίο παίζεται ως εξής: καταρχάς βουτάμε αυτή την αηδία που φτιάχνει τις σαπουνόφουσκες από την πιτσιρίκα που δεν κάνει μ’ αυτές τίποτε σημαντικό ούτως ή άλλως. Στη συνέχεια η Joyce κι εγώ αρματωνόμαστε τη φωτογραφική της έκαστη και ο Dean παίρνει θέση στο τραμπολίνο. Το επόμενο εικοσάλεπτο έχει ως εξής: Dean χοροπηδάει τραμπολίνο ξεφυσώντας φούσκες όσο το δυνατόν ψηλότερα, Joyce κι εγώ προσπαθούμε προλάβουμε φωτογραφήσουμε πριν σκάσουν. Προκύπτουν απίστευτες καραγκιοζιές, ταρζανιές κι αυστραλοπιθηκισμοί, επειδή έχουμε τα μάτια μας στις φούσκες με αποτέλεσμα να κουτουλάμε η μία την άλλη, το φράχτη, το τραπέζι, τις καρέκλες, την ομπρέλα και τα πάντα γενικώς κι επίσης γινόμαστε σύσκατες γιατί πριν λίγες ώρες στάνταρ είχε βρέξει κι εμείς κυλιόμαστε στο γκαζόν προσπαθώντας να φωτογραφήσουμε τις σαπουνόφουσκες με φόντο τον ουρανό τρομάρα μας. Ο Vince είναι ο λιγότερο σχιζοφρενής της ομήγυρης, μας παρακολουθεί με την πιτσιρίκα που της βουτήξαμε τις σαπουνόφουσκες αγκαλιά, και κανείς από τους 2 δε μπορεί ν’ αναπνεύσει απ’ το γέλιο. Ευτυχώς η συγκατοικός μου λείπει από το σπίτι πολύ συχνά, και δεν ξεφτιλίζομαι εντελώς τελείως. Εδώ θα έπρεπε ίσως να προσθέσω ότι οι γείτονες, Dean, Joyce και Vince είναι γύρω στα 45-50, αν αυτό σου λέει κάτι. κι επίσης θα έπρεπε μάλλον να πω ότι συνήθως προηγείται οινοποσία (χικ).

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2009

I can see you

Στο δωμάτιό μου ξεκουράζονται χαλαρά οι κούτες με τα πράγματά μου που έφερα από τη Γαλλία. Πού και πού με κοιτάνε απορημένες, ρωτάνε αν έχω σκοπό να τις ανοίξω. Η αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω. Δεν αποφασίζω να τις ανοίξω γιατί δεν ξέρω αν θα μείνω. Δεν ξέρω αν αυτό το σπίτι θα γίνει σπίτι μου. Δεν ξέρω αν θέλω να γίνει σπίτι μου.
Ο καιρός περνάει πολύ γρήγορα τώρα τελευταία. Άρα περνάω καλά μάλλον. Δεν έχω τις παρέες μου, δεν έχω καν κάποιον να μιλάει τη γλώσσα μου∙ αλλά ίσως αυτό να μην έχει & πολλή σημασία.

Είμαι ξαπλωμένη στο χορτάρι με κλειστά μάτια και νιώθω στο δέρμα μου τον ήλιο να παίζει κρυφτό με τα σύννεφα. Το χορτάρι γαργαλάει τις παλάμες μου. Ένα πράσινο ζωύφιο χοροπηδάει στα δάχτυλά μου. Ξέρω ότι είσαι εκεί. Νιώθω την αύρα σου γύρω μου παντού. Ξέρω ότι οι κατάμαυρες ίριδες των ματιών σου με παρακολουθούν.

Σάββατο 20 Ιουνίου 2009

Διάλογος 4

- Ζέστη.
- Μμμ. Σε λίγο θα ρίξει καρέκλες πάλι.
- Τι αισιοδοξία θέ μου.
- Γι’ αυτό με λατρεύεις.
- ……βαριέμαι.
- Μπα; Κάποιος φούρνος θα γκρεμίστηκε.
– Λέω να πάω καμμιά βόλτα.
- Στο καλό.
- Τι; Πες μου ότι δε θα ‘ρθεις. Πες το μου κι αυτό.
- Δε θα ‘ρθω.
- Ιχιχιχιχιχιχιχιχι
- Τι γελά’ ρε μογγολάκι;
- Με τα χάλια σου.
- Μια χαρά είναι τα χάλια μου σε σύγκριση με τα δικά σου.
- Ναι αλλά εγώ είμαι και γαμώ τα παιδιά.
- Γάμησέ τα είσαι.
- Α πάγαινε ρε.
- Τι θα γίνει μ’ εκείνη τη βόλτα;
- Φύγαμε.
( Καμμιά κίνηση)

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

Διάλογος 3

- Γιατί σπουδάζουμε;
- Ποιοι;
- Γενικά ρε παιδί μου. Γιατί σπουδάζει ο κόσμος;
- Για να έχει δικαιολογία που δε δουλεύει και να καταναλώνει το πατρικό εισόδημα χωρίς τύψεις.
- Λες;
- Κανονικά.
- Και μετά γιατί δουλεύουμε;
- Γιατί νομίζουμε ότι έτσι θα βγάλουμε λεφτά.
- Κι αφού δε βγάζουμε γιατί δεν τα παρατάμε; Γιατί μένουμε στα ίδια μετά για μια ζωή;
- Γιατί μετά βολεύεσαι ρε. Βολεύεσαι να γκρινιάζεις για τη μιζέρια σου & ουσιαστικά βαριέσαι να κυνηγήσεις κάτι άλλο.
– Δηλαδή πρέπει να τα παρατήσω και να ψάξω κάτι άλλο;
- Όχι. Όχι ακόμα. Είναι νωρίς για σένα. Περίμενε λίγο να δεις πού θα σε πάει.
- Μάλιστα.
- Ρε, φρικιάζεις πάρα πολύ. Δε χρειάζεται να φρικιάζεις τόσο.
- Ναι αλλά τα χρόνια περνάνε και μάλιστα γρήγορα.
- Δεν έχει να κάνει αυτό. Τα χρόνια θα περάσουν ότι και να κάνεις. Οπότε μη τα περνάς μες τον πανικό.
- Καλά.
- Καλάμια.