‘You’re not bad-looking’
Σόρι ρε παιδιά. Είναι ατάκα αυτή;
Τετάρτη 10 Ιουνίου 2009
Τρίτη 12 Μαΐου 2009
Συμπράγκαλα
Τελευταία νύχτα που είμαι μόνη στο σπιτάκι μου. Αηδόνια έξω. Απαλό κιτρινωπό φως του δρόμου. Ησυχία. Κρασάκι. Μουσικούλα παίζει σιγανά. Ο γείτονάς μου της απέναντι πολυκατοικίας που όλο το χειμώνα τον κατασκοπεύω αλλά δε τον έχω γνωρίσει ποτέ κάθεται ακόμα στο παράθυρο με τη λάμπα και γράφει. Όπως πάντα. Φεύγει κάθε Παρασκευή απόγευμα και γυρίζει κάθε Κυριακή απόγευμα. Πόσο χρονών είναι; Από πού είναι; Πώς τον λένε; Τι δουλειά κάνει; Δε θα μάθω ποτέ…
Το μπουρνούζι μου κρέμεται στο μπάνιο. Ο κίτρινος κάδος μου είναι στο χωλ. Οι αφίσες και οι φωτογραφίες μου στον τοίχο. Τα πολύχρωμα μαξιλάρια από δω κι από κει. Η μικρή μου μάγισσα κρέμεται στο γραφείο και τα σακκουλάκια με το τσάι στα ντουλάπια της κουζίνας. Το ψάθινο πιάτο με τα κεριά στο τραπέζι. Τα γλαστράκια στο κομοδίνο. Τα γάντια και οι μπουτονιέρες μου στην κουρτίνα. Η μικρούλα βιολετί λάμπα δίπλα στον υπολογιστή. Το πορτοκαλί στριφογυριστό τασάκι υπομένει καρτερικά τόνους τσιγάρα. Οι παντόφλες με τους ροζ Σνούπι πεταμένες άτσαλα. Τα άπλυτα στην τεράστια τσάντα κάτω από το γραφείο. Το πάνω ράφι του ντουλαπιού κάτω από το νεροχύτη γέρνει λίγο. Η μισοσπασμένη κούπα σε σχήμα καμηλοπάρδαλης που αρνούμαι να πετάξω. Το φούξια χαλάκι μπάνιου σε σχήμα ψαριού. Το πορτοκαλοκιτρινοκόκκινο πάπλωμα πάντα άστρωτο. Η κυπαρισσί κατσαρόλα. Η καφετιέρα. Η κουρτίνα του μπάνιου με τα δελφίνια. Το ταμπελάκι gone to the beach στο νιπτήρα. Οι μοβ βεντούζες σε σχήμα βάτραχου. Το κουτάκι από φαγιεντιανή που μου χάρισε η Φοίβη, το κερί του ρακούν, η αφιέρωση του Χρήστου. Ο πάπιος από τα παιδικά του Ικέα που χωράει τα πάντα κρεμασμένος στην πόρτα του μπάνιου. Το πρόγραμμα του δεύτερου εξαμήνου. Όλα. Όλα είναι στη θέση τους και σε κατάσταση αναμονής. Έτοιμα να μπουν σε κουτιά και να ξαναφύγουν. Μαζί μ’ εμένα. Προς τα πού πάω;
Το μπουρνούζι μου κρέμεται στο μπάνιο. Ο κίτρινος κάδος μου είναι στο χωλ. Οι αφίσες και οι φωτογραφίες μου στον τοίχο. Τα πολύχρωμα μαξιλάρια από δω κι από κει. Η μικρή μου μάγισσα κρέμεται στο γραφείο και τα σακκουλάκια με το τσάι στα ντουλάπια της κουζίνας. Το ψάθινο πιάτο με τα κεριά στο τραπέζι. Τα γλαστράκια στο κομοδίνο. Τα γάντια και οι μπουτονιέρες μου στην κουρτίνα. Η μικρούλα βιολετί λάμπα δίπλα στον υπολογιστή. Το πορτοκαλί στριφογυριστό τασάκι υπομένει καρτερικά τόνους τσιγάρα. Οι παντόφλες με τους ροζ Σνούπι πεταμένες άτσαλα. Τα άπλυτα στην τεράστια τσάντα κάτω από το γραφείο. Το πάνω ράφι του ντουλαπιού κάτω από το νεροχύτη γέρνει λίγο. Η μισοσπασμένη κούπα σε σχήμα καμηλοπάρδαλης που αρνούμαι να πετάξω. Το φούξια χαλάκι μπάνιου σε σχήμα ψαριού. Το πορτοκαλοκιτρινοκόκκινο πάπλωμα πάντα άστρωτο. Η κυπαρισσί κατσαρόλα. Η καφετιέρα. Η κουρτίνα του μπάνιου με τα δελφίνια. Το ταμπελάκι gone to the beach στο νιπτήρα. Οι μοβ βεντούζες σε σχήμα βάτραχου. Το κουτάκι από φαγιεντιανή που μου χάρισε η Φοίβη, το κερί του ρακούν, η αφιέρωση του Χρήστου. Ο πάπιος από τα παιδικά του Ικέα που χωράει τα πάντα κρεμασμένος στην πόρτα του μπάνιου. Το πρόγραμμα του δεύτερου εξαμήνου. Όλα. Όλα είναι στη θέση τους και σε κατάσταση αναμονής. Έτοιμα να μπουν σε κουτιά και να ξαναφύγουν. Μαζί μ’ εμένα. Προς τα πού πάω;
Τρίτη 24 Μαρτίου 2009
Ρόδες που παν στο πουθενά
Δεν είναι ρόδα η ζωή. Δεν γυρίζει. Ο,τι πέρασε δεν ξανάρχεται και όσο και να θες ποτέ δεν γυρίζεις πίσω εκεί που ήσουν πριν. Όσο και να θες. Η ζωή περνάει και ο καθένας τραβάει προς εκεί που νομίζει καλύτερα και ο χρόνος δε σταματάει. Ποτέ. Δεν έχει σημασία πόσο το θες, δεν έχει σημασία αν νομίζεις ότι θα είσαι καλύτερα, δεν έχει σημασία αν νομίζεις ότι το πισωγύρισμα θα σε λυτρώσει. Κι ακόμα κι αν με νύχια και με δόντια τραβάς πίσω και κάποιον άλλο μαζί σου, δε θα είναι ποτέ ο ίδιος. Τα μάτια του δε θα φέγγουν το ίδιο, δε θα αφήσει ποτέ πίσω τις μικρές πληγές του παρελθόντος απλώς και μόνο γιατί αποφάσισες να τις αφήσεις εσύ. Θα περπατήσει μαζί σου για λίγο, θα νομίζεις ότι μοιράζεται μαζί σου πράγματα για τη ζωή του, αλλά ουσιαστικά θα σου λέει απλά ό,τι θέλει να βγάλει από μέσα του. Ουσιαστικά δε θα σε ακούει, θα σε κοιτάζει χωρίς να σε βλέπει και θα γνέφει καταφατικά αλλά όσα του λες δε θα τον αγγίζουν. Τα αυτιά σου θα είναι ο κάδος που πετάει τα σκουπίδια του. Κι όταν οι δρόμοι σας χωριστούν ξανά, αυτή τη φορά θα είναι για πάντα. Τίποτα δε γυρίζει πίσω. Μπορείς να μην παραιτηθείς, να σκεφτείς ότι όλο αυτό είναι μια φριχτή απαισιοδοξία, μπορείς να προσπαθήσεις αλλά δεν πρόκειται να καταφέρεις τίποτα. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να αφεθείς σ’ αυτή την απαίσια συνειδητοποίηση να σε κυριεύσει, να τη νιώσεις βαθιά σαν βάρος μέσα σου και να μάθεις να ζεις πια μ’ αυτό. Δεν μπορείς να πάρεις τίποτα πίσω.
Κυριακή 15 Μαρτίου 2009
Σειρήνες και πάπιες
Κάθομαι και δουλεύω όλη μέρα τη διπλωματική μου. Χάνομαι με τις ώρες στο γκούγκλ (δεν είναι τρομερά αστεία λέξη το γκούγκλ;) ψάχνοντας για τις διάφορες θεωρίες των διάφορων φιλοσόφων ανά τους αιώνας και βρίζω προσωπικά και με χυδαίες εκφράσεις αυτόν που ανακάλυψε τα γερμανικά. Όλες οι πηγές είναι στα γερμανικά. Μα εγώ δεν ξέρω γερμανικά. Εγώ είμαι στη Γαλλία ρε παιδιά. The understatement of the year. Είμαι σε μια προσπάθεια πρόσμιξης της γαλλικής με τη γερμανική κουλτούρα, και η προσπάθεια αυτή έχει καταλήξει επιτυχής μόνο όσον αφορά την αρχιτεκτονική. Όλα τα άλλα είναι για γέλια. Με αποκορύφωμα την τοπική αλσατική διάλεκτο, την οποία κάθε φορά μπερδεύω με τα γερμανικά, λέω δε σας καταλαβαίνω, δεν ξέρω γερμανικά, με κοιτούν βαθύτατα προσβεβλημένοι και η απομακρυνόμενη πλάτη λέει «C’est pas possible, c’est pas de l’allemand, c’est alsacien au nom de Dieu !!!» Παίρνω το βλέμμα του κογιότ που τρώει τη βόμβα στη μάπα και σκέφτεται ότι γιατί την ξανακάνω κάθε φορά την ίδια μαλακία; και τις τρελλές που έχουν λιώσει στο γέλιο και φύγαμε.
Η Αλσατία έχει ξεχωριστό Σύνταγμα απ’ όλη την υπόλοιπη Γαλλία. Δεν ξέρω αν πρόκειται για προϊόν αδιαβάθμητης ανθρώπινης βλακείας ή αν τα αλάνια οι Στρασβουργιανοί το έχουν φιλοσοφήσει το θέμα κι έχουν καταλήξει στο ότι άσε, δε ξέρεις σε ποια χώρα θα ανήκουμε αύριο, ας έχουμε και την καβάτζα.
Επίσης. Είμαι μόλις δυο βδομάδες στο Στρασβούργο και έχω βγει βόλτα στην πόλη και είναι Τετάρτη. Επί ένα τέταρτο προσπαθώ να περάσω μια γέφυρα και δε τα καταφέρνω, γιατί κάνω μπρος πίσω και ζιγκ ζαγκ λες και είμαι λιώμα παρατηρώντας μια πάπια που βουτάει στο νερό και ξαναβγαίνει όταν έχω πειστεί ότι πάει, πνίγηκε (κάτι που είναι βλακώδες, δε νομίζω ότι πνίγονται οι πάπιες, για την ακρίβεια δε νομίζω καν ότι πεθαίνουν οι πάπιες). Εκεί λοιπόν που μετράω πόση ώρα μπορεί να κρατήσει την αναπνοή της μια πάπια, σειρήνες. Αντιαεροπορικές. Τύπου τρέχτε στα καταφύγια. Δεν κάνω πλάκα. Σειρήνες.
Πρώτη σκέψη: Μας την πέφτουν οι Γερμανοί; Τώρα;
Δεύτερη σκέψη: Είμαι πολύ νέα για να πεθάνω, δεν έχω δει ακόμα τη Νέα Υόρκη!!!
Τρίτη σκέψη: Αν πεθάνω από το βομβαρδισμό και η Ελλάδα τη γλιτώσει, η μάνα μου δεν πρόκειται να με συγχωρήσει ποτέ.
Τέταρτη εικόνα: Έχω καταταγεί και είμαι με παραλλαγή σ’ ένα χαράκωμα και έχει λάσπες και βρέχει όπως στους Ατελείωτους Αρραβώνες. ΜΜΜ.
Αηδίες. Μέσα στον πανικό έρχεται και το πανάρχαιο αντανακλαστικό του να δεις τι κάνουν όλοι οι άλλοι για να κάνεις κι εσύ ακριβώς την ίδια μαλακία. Τι κάνουν όλοι οι άλλοι λοιπόν; Κοιτάω. Δεν κάνουν τίποτα. Απολύτως. Συνεχίζουν αμέριμνοι το ότι έκαναν και πριν πέντε δευτερόλεπτα. Ξανακοιτάω για να βεβαιωθώ. Κάπου εκεί διαπιστώνω ότι αυτό ήταν. Φωνάξτε αυτούς με τα άσπρα να με πάνε για θεραπεία. Ακούω σειρήνες γιατρέ μου. Και χρονομετρώ την αναπνοή της πάπιας. Δεν είμαι καλά. Ωστόσο οι σειρήνες συνεχίζουν για κανά τέταρτο, με διακοπές.
Φεύγω πανικόβλητη γιατί σκέφτομαι ή ότι έρχεται πόλεμος ή ότι πραγματικά έχω τρελλαθεί και δεν ξέρω τι προτιμάω απ’ τα δύο. Φτάνω στη σχολή καθυστερημένη και μπαίνω στην αίθουσα, πάντα πανικόβλητη και ο καθηγητής που με κοιτάει πλαγίως μόλις έχει ξεκινήσει να εξηγεί ότι κάθε πρώτη Τετάρτη του μήνα οι σειρήνες χτυπάνε στο Στρασβούργο και καλά σαν άσκηση ετοιμότητας. Welcome to Alsace, have a nice day. Μάλιστα. Το μάθαμε κι αυτό. Εγώ πάντως αν ήμουνα Γερμανός και ήθελα να μπουκάρω, θα διάλεγα στάνταρ την πρώτη Τετάρτη του μήνα. Κανείς δε θα έπαιρνε χαμπάρι το παραμικρό μέχρι που θα έφτανε ο φαντάρος να τους χώσει το όπλο στη μάπα με γιαβόλ και τα σχετικά. Σ’ αυτή την περίπτωση δε θα έτρωγα πλάτη στην ατάκα ότι δεν ξέρω γερμανικά, αλλά σφαίρα.
Η Αλσατία έχει ξεχωριστό Σύνταγμα απ’ όλη την υπόλοιπη Γαλλία. Δεν ξέρω αν πρόκειται για προϊόν αδιαβάθμητης ανθρώπινης βλακείας ή αν τα αλάνια οι Στρασβουργιανοί το έχουν φιλοσοφήσει το θέμα κι έχουν καταλήξει στο ότι άσε, δε ξέρεις σε ποια χώρα θα ανήκουμε αύριο, ας έχουμε και την καβάτζα.
Επίσης. Είμαι μόλις δυο βδομάδες στο Στρασβούργο και έχω βγει βόλτα στην πόλη και είναι Τετάρτη. Επί ένα τέταρτο προσπαθώ να περάσω μια γέφυρα και δε τα καταφέρνω, γιατί κάνω μπρος πίσω και ζιγκ ζαγκ λες και είμαι λιώμα παρατηρώντας μια πάπια που βουτάει στο νερό και ξαναβγαίνει όταν έχω πειστεί ότι πάει, πνίγηκε (κάτι που είναι βλακώδες, δε νομίζω ότι πνίγονται οι πάπιες, για την ακρίβεια δε νομίζω καν ότι πεθαίνουν οι πάπιες). Εκεί λοιπόν που μετράω πόση ώρα μπορεί να κρατήσει την αναπνοή της μια πάπια, σειρήνες. Αντιαεροπορικές. Τύπου τρέχτε στα καταφύγια. Δεν κάνω πλάκα. Σειρήνες.
Πρώτη σκέψη: Μας την πέφτουν οι Γερμανοί; Τώρα;
Δεύτερη σκέψη: Είμαι πολύ νέα για να πεθάνω, δεν έχω δει ακόμα τη Νέα Υόρκη!!!
Τρίτη σκέψη: Αν πεθάνω από το βομβαρδισμό και η Ελλάδα τη γλιτώσει, η μάνα μου δεν πρόκειται να με συγχωρήσει ποτέ.
Τέταρτη εικόνα: Έχω καταταγεί και είμαι με παραλλαγή σ’ ένα χαράκωμα και έχει λάσπες και βρέχει όπως στους Ατελείωτους Αρραβώνες. ΜΜΜ.
Αηδίες. Μέσα στον πανικό έρχεται και το πανάρχαιο αντανακλαστικό του να δεις τι κάνουν όλοι οι άλλοι για να κάνεις κι εσύ ακριβώς την ίδια μαλακία. Τι κάνουν όλοι οι άλλοι λοιπόν; Κοιτάω. Δεν κάνουν τίποτα. Απολύτως. Συνεχίζουν αμέριμνοι το ότι έκαναν και πριν πέντε δευτερόλεπτα. Ξανακοιτάω για να βεβαιωθώ. Κάπου εκεί διαπιστώνω ότι αυτό ήταν. Φωνάξτε αυτούς με τα άσπρα να με πάνε για θεραπεία. Ακούω σειρήνες γιατρέ μου. Και χρονομετρώ την αναπνοή της πάπιας. Δεν είμαι καλά. Ωστόσο οι σειρήνες συνεχίζουν για κανά τέταρτο, με διακοπές.
Φεύγω πανικόβλητη γιατί σκέφτομαι ή ότι έρχεται πόλεμος ή ότι πραγματικά έχω τρελλαθεί και δεν ξέρω τι προτιμάω απ’ τα δύο. Φτάνω στη σχολή καθυστερημένη και μπαίνω στην αίθουσα, πάντα πανικόβλητη και ο καθηγητής που με κοιτάει πλαγίως μόλις έχει ξεκινήσει να εξηγεί ότι κάθε πρώτη Τετάρτη του μήνα οι σειρήνες χτυπάνε στο Στρασβούργο και καλά σαν άσκηση ετοιμότητας. Welcome to Alsace, have a nice day. Μάλιστα. Το μάθαμε κι αυτό. Εγώ πάντως αν ήμουνα Γερμανός και ήθελα να μπουκάρω, θα διάλεγα στάνταρ την πρώτη Τετάρτη του μήνα. Κανείς δε θα έπαιρνε χαμπάρι το παραμικρό μέχρι που θα έφτανε ο φαντάρος να τους χώσει το όπλο στη μάπα με γιαβόλ και τα σχετικά. Σ’ αυτή την περίπτωση δε θα έτρωγα πλάτη στην ατάκα ότι δεν ξέρω γερμανικά, αλλά σφαίρα.
Τρίτη 10 Μαρτίου 2009
Ladies' night
Στο σημερινό μάθημα θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε τα φοβερά, τρισμέγιστα άτομα που με ανέχονται εδώ στην ξενιτιά.
Η μάμα Ντάλτον είναι κολλημένη με την Ιρλανδία και κοντεύει να φτάσει στη Βαρκελώνη με το ποδήλατο και φτιάχνει τις ωραιότερες χωριάτικες πατάτες του κόσμου. Είναι ο άνθρωπος που θα κάνει τα πάντα την τελευταία στιγμή και παρ’ όλ’ αυτά ό,τι κάνει είναι συνήθως εξαιρετικό. Την αγαπάμε γιατί ξέρει πότε να σε υποστηρίξει και ξέρει πότε να στο πει όταν έχεις κάνει μαλακία. Δεν είναι θύμα ρε παιδί μου, είναι ο εαυτός της κι είναι και γαμώ τα παιδιά. Δέκα λεπτά με τη μάμα και δε θα σου μείνει άντερο. Λέει συνέχεια «Καλά παιδιά, τον παίζουμε» και ξέρει απίστευτα γαλλικά και τη μισούμε γι’ αυτό.
Η μικρή Ζέλα από το Γαζέλα είναι φοβερό party animal και πάντα βγάζει το κρεμμύδι από τους ντοματοκεφτέδες μου και λέει συνέχεια «Πω ρε coňo!!!» και είναι ο άνθρωπος που θα σε ξυπνήσει στις 3 η ώρα το πρωί γιατί έχει κέφια και θα στήσει επιτόπου αυτοσχέδιο πιτζάμα πάρτυ και θα πάμε στα καπάκια για μάθημα με τα μάτια τούμπανα και με ένα ελαφρύ hangover. Την αγαπάμε γιατί πάντα θα είναι μέσα σε ότι κανονίζουμε και, επίσης, πάντα θα κάτσει ν’ ακούσει ότι έχεις να πεις και θα προσπαθήσει να βοηθήσει. Πανικοβάλλεται με απίστευτα πράγματα ήσσονος σημασίας και οι εκδηλώσεις του πανικού αυτού θα έπρεπε να έχουν κινηματογραφηθεί. Έχει τα πιο τέλεια πόδια του κόσμου και τη μισούμε γι’ αυτό.
Η μικρή πριγκίπισσα θα σου βάλει τις φωνές άμα μπεις σπίτι με τα παπούτσια, αλλά θα σου φτιάξει και το μαλλί άμα είναι αχτένιστο. Είναι τρομερά φιλόξενη και μπορεί να κατοικοεδρεύεις σπίτι της 3 μέρες συνεχόμενες και να έχεις φάει όλα της τα μπισκότα και δε θα παραπονεθεί ποτέ, αρκεί να χρησιμοποιείς πάντα σουβέρ, λέει συνέχεια «Χαχαχα, τον ήπιαμε!» και θα σε πάρει τηλέφωνο ακριβώς πριν σηκώσεις το ακουστικό να την πάρεις εσύ για να πάτε να δείτε ακριβώς την ταινία που θες να δεις κι εσύ. Την αγαπάμε γιατί έχει απίστευτο γούστο και γιατί είναι η φοβερότερη παρέα του κόσμου για ταξίδια. Επίσης δε τη νοιάζει να μοιράζεται όλα της τα λεξικά και τις σημειώσεις. Είναι η μόνη που έχει μπανιέρα στο σπίτι της και τη μισούμε γι’ αυτό.
Η Her Majesty είναι ναζιάρα όσο δεν παίρνει, αλλά ένα βλέμμα της αρκεί για να μείνεις παγωτό και να λουφάξεις στη γωνιά σου αναρωτώμενη πού πήγε το λεωφορείο που μόλις σε πάτησε. Αλλάζει θέση στα έπιπλα κάθε βδομάδα και κερδίζει στο Scrabble ακόμα και τη μάμα Ντάλτον και λέει συνέχεια «C’est comme ça, tu vois?». Θα σου φτιάξει καφέ και ψιψιψόνια να μασουλήσεις και είναι ο άνθρωπος που μπορείς να συνυπάρξεις άνετα, είτε κουβεντιάζοντας με τις ώρες, είτε στην απόλυτη σιωπή. Μπορεί να έχεις βδομάδες να τη δεις, αλλά θα εμφανιστεί από το πουθενά και θα σε πάει στο πιο ωραίο μαγαζί της πόλης (αφού χαθεί 5 φορές στην πορεία). Την αγαπάμε γιατί άμα της δώσεις ένα μοχλό θα κινήσει τη γη ολόκληρη. Είναι εκπληκτικό. Μένει σε μια σοφίτα στον έκτο σ’ ένα κτίριο που δεν έχει ασανσέρ και τη μισούμε γι’ αυτό.
Ο άνθρωπος λοιπόν που ανέχονται αδιαμαρτύρητα, η pizza pano! (εγώ), θα μαγειρέψει λαχανοντολμάδες και θα καλέσει όλες τις προαναφερθείσες για φαϊ, θα ρωτήσει αν θέλει κανείς καφέ και μετά από μία ώρα δε θα έχει ξεκινήσει ακόμα να τον φτιάχνει, είναι η μόνη που θα κόψει λάσπη όταν όλες οι άλλες βλέπουν παιδάκι και τρέχουν να το ζουλήξουν, θα φορέσει δεκάποντα οποιαδήποτε ώρα της μέρας της τη βαρέσει, θα ρωτήσει ότι παράνοια τις έρθει στο κεφάλι σχετικά με το πιο άκυρο πράγμα του κόσμου και την πιο ακατάλληλη στιγμή του κόσμου, θα σου γράψει στο msn πάντα στα ελληνικά και θα σου σπάσει τα νεύρα, είναι η μόνη που μπορεί να την πάρεις τηλέφωνο στις 4 η ώρα το απόγευμα και να κοιμάται και λέει συνέχεια «Θα τεμαχιστείς!!!» και «Να πανικοβληθώ;». Παίζει συνέχεια φιδάκι την ώρα του μαθήματος και οι καρέκλες στο σπίτι της δε φτάνουν ποτέ για να κάτσουν όλοι και άμα αρχίσει μιλάει ακατάπαυστα και τη μισούμε γι’ αυτό.
Κορίτσια, αι λόβ γιου κάργα.
Η μάμα Ντάλτον είναι κολλημένη με την Ιρλανδία και κοντεύει να φτάσει στη Βαρκελώνη με το ποδήλατο και φτιάχνει τις ωραιότερες χωριάτικες πατάτες του κόσμου. Είναι ο άνθρωπος που θα κάνει τα πάντα την τελευταία στιγμή και παρ’ όλ’ αυτά ό,τι κάνει είναι συνήθως εξαιρετικό. Την αγαπάμε γιατί ξέρει πότε να σε υποστηρίξει και ξέρει πότε να στο πει όταν έχεις κάνει μαλακία. Δεν είναι θύμα ρε παιδί μου, είναι ο εαυτός της κι είναι και γαμώ τα παιδιά. Δέκα λεπτά με τη μάμα και δε θα σου μείνει άντερο. Λέει συνέχεια «Καλά παιδιά, τον παίζουμε» και ξέρει απίστευτα γαλλικά και τη μισούμε γι’ αυτό.
Η μικρή Ζέλα από το Γαζέλα είναι φοβερό party animal και πάντα βγάζει το κρεμμύδι από τους ντοματοκεφτέδες μου και λέει συνέχεια «Πω ρε coňo!!!» και είναι ο άνθρωπος που θα σε ξυπνήσει στις 3 η ώρα το πρωί γιατί έχει κέφια και θα στήσει επιτόπου αυτοσχέδιο πιτζάμα πάρτυ και θα πάμε στα καπάκια για μάθημα με τα μάτια τούμπανα και με ένα ελαφρύ hangover. Την αγαπάμε γιατί πάντα θα είναι μέσα σε ότι κανονίζουμε και, επίσης, πάντα θα κάτσει ν’ ακούσει ότι έχεις να πεις και θα προσπαθήσει να βοηθήσει. Πανικοβάλλεται με απίστευτα πράγματα ήσσονος σημασίας και οι εκδηλώσεις του πανικού αυτού θα έπρεπε να έχουν κινηματογραφηθεί. Έχει τα πιο τέλεια πόδια του κόσμου και τη μισούμε γι’ αυτό.
Η μικρή πριγκίπισσα θα σου βάλει τις φωνές άμα μπεις σπίτι με τα παπούτσια, αλλά θα σου φτιάξει και το μαλλί άμα είναι αχτένιστο. Είναι τρομερά φιλόξενη και μπορεί να κατοικοεδρεύεις σπίτι της 3 μέρες συνεχόμενες και να έχεις φάει όλα της τα μπισκότα και δε θα παραπονεθεί ποτέ, αρκεί να χρησιμοποιείς πάντα σουβέρ, λέει συνέχεια «Χαχαχα, τον ήπιαμε!» και θα σε πάρει τηλέφωνο ακριβώς πριν σηκώσεις το ακουστικό να την πάρεις εσύ για να πάτε να δείτε ακριβώς την ταινία που θες να δεις κι εσύ. Την αγαπάμε γιατί έχει απίστευτο γούστο και γιατί είναι η φοβερότερη παρέα του κόσμου για ταξίδια. Επίσης δε τη νοιάζει να μοιράζεται όλα της τα λεξικά και τις σημειώσεις. Είναι η μόνη που έχει μπανιέρα στο σπίτι της και τη μισούμε γι’ αυτό.
Η Her Majesty είναι ναζιάρα όσο δεν παίρνει, αλλά ένα βλέμμα της αρκεί για να μείνεις παγωτό και να λουφάξεις στη γωνιά σου αναρωτώμενη πού πήγε το λεωφορείο που μόλις σε πάτησε. Αλλάζει θέση στα έπιπλα κάθε βδομάδα και κερδίζει στο Scrabble ακόμα και τη μάμα Ντάλτον και λέει συνέχεια «C’est comme ça, tu vois?». Θα σου φτιάξει καφέ και ψιψιψόνια να μασουλήσεις και είναι ο άνθρωπος που μπορείς να συνυπάρξεις άνετα, είτε κουβεντιάζοντας με τις ώρες, είτε στην απόλυτη σιωπή. Μπορεί να έχεις βδομάδες να τη δεις, αλλά θα εμφανιστεί από το πουθενά και θα σε πάει στο πιο ωραίο μαγαζί της πόλης (αφού χαθεί 5 φορές στην πορεία). Την αγαπάμε γιατί άμα της δώσεις ένα μοχλό θα κινήσει τη γη ολόκληρη. Είναι εκπληκτικό. Μένει σε μια σοφίτα στον έκτο σ’ ένα κτίριο που δεν έχει ασανσέρ και τη μισούμε γι’ αυτό.
Ο άνθρωπος λοιπόν που ανέχονται αδιαμαρτύρητα, η pizza pano! (εγώ), θα μαγειρέψει λαχανοντολμάδες και θα καλέσει όλες τις προαναφερθείσες για φαϊ, θα ρωτήσει αν θέλει κανείς καφέ και μετά από μία ώρα δε θα έχει ξεκινήσει ακόμα να τον φτιάχνει, είναι η μόνη που θα κόψει λάσπη όταν όλες οι άλλες βλέπουν παιδάκι και τρέχουν να το ζουλήξουν, θα φορέσει δεκάποντα οποιαδήποτε ώρα της μέρας της τη βαρέσει, θα ρωτήσει ότι παράνοια τις έρθει στο κεφάλι σχετικά με το πιο άκυρο πράγμα του κόσμου και την πιο ακατάλληλη στιγμή του κόσμου, θα σου γράψει στο msn πάντα στα ελληνικά και θα σου σπάσει τα νεύρα, είναι η μόνη που μπορεί να την πάρεις τηλέφωνο στις 4 η ώρα το απόγευμα και να κοιμάται και λέει συνέχεια «Θα τεμαχιστείς!!!» και «Να πανικοβληθώ;». Παίζει συνέχεια φιδάκι την ώρα του μαθήματος και οι καρέκλες στο σπίτι της δε φτάνουν ποτέ για να κάτσουν όλοι και άμα αρχίσει μιλάει ακατάπαυστα και τη μισούμε γι’ αυτό.
Κορίτσια, αι λόβ γιου κάργα.
Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009
Κουακ-κουακ
Δεν ξέρω αν έχεις δει ποτέ πάπιες πάνω σε παγωμένη λίμνη να γλιστράνε και να τρώνε σαβούρα αεροπλανική. Είναι ένα από τα πιο αστεία πράγματα που έχω δει στη ζωή μου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)