Τι περίεργο! Πριν πιάσω το μολύβι να γράψω, υπάρχουν δεκάδες πράγματα στο κεφάλι μου που θέλω να βγάλω στο χαρτί. Όταν όμως ξεκινάω να γράψω εξαφανίζονται, σαν το παιδί που ξέρει το ποίημά του τέλεια & το ξεχνάει ξαφνικά όταν εμφανίζεται να το πει στο κοινό.
Μόνο που εγώ δε φοράω πια σοσόνια.
Είναι μέρες τώρα που δε μπαίνω στο μετρό. Η σκέψη και μόνο με πνίγει, κι έτσι παίρνω το λεωφορείο. Η ασχήμια όμως αυτής της πόλης με πλακώνει. Η αταξία, η παντελής έλλειψη αισθητικής, η μυρωδιά της, μου φέρνει αναγούλα. Απ’ την άλλη, όλες οι μεγαλουπόλεις είναι άσχημες. Γιατί; Αφού όλοι συγκεντρώνονται σ’ αυτές, γιατί είναι άσχημες;
Βλακείες σκέφτομαι. Αλλά ότι η έλλειψη αισθητικής δε μας ενοχλεί & το ότι ασχολούμαστε με άλλα ‘ουσιώδη’ πράγματα, νομίζω ότι λέει πολλά για το τι είδους άνθρωποι είμαστε.
Κάνει ζέστη. Συνέχεια. Εδώ και μήνες. Η φετινή χρονιά αποτελεί πλήρη αντιλογία σ’ όσους διατείνονται ότι θα ‘θελαν να ‘ναι άνοιξη συνέχεια. Αυτό το φετινό, εκτός από αρρωστημένο, είναι και εξαιρετικά βαρετό.
Αυτό τον καιρό δεν έχω όρεξη για τίποτα, είμαι σε συνεχή καταστολή.
Πέμπτη 17 Μαΐου 2007
Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2007
Φόβος
Υπάρχουν κάποιες στιγμές διαύγειας. Λίγες, αλλά υπάρχουν. Στιγμές που ξέρεις ακριβώς ποιο είναι το πρόβλημα. Ξέρεις ακριβώς τι σου τρώει την ψυχή και πώς να το αλλάξεις. Ξέρεις ως δια μαγείας πώς θα ελευθερωθείς και βλέπεις το κάθε βήμα ως την κάθαρση.
Δεν αλαφρώνεις όμως. Τι είναι αυτό βαθιά μέσα μας που δε μας αφήνει να φτάσουμε στην ευτυχία, αν και ξέρουμε πώς; Γιατί, αφού βλέπουμε το δρόμο, φοβόμαστε να τον περπατήσουμε; Γιατί βουλιάζουμε ηθελημένα σ’ αυτό το βούρκο που μας πνίγει;
Δεν ξέρω τι με κρατάει πίσω. Μέσα μου το ξέρω, θέλω περισσότερο απ’ όλα μια καινούρια αρχή, μια σελίδα που θα γράψω εγώ, όχι μια σελίδα που άλλοι έγραψαν για μένα & που τρέχω να προλάβω από συνήθεια, & όχι από επιθυμία.
Φοβάμαι. Αυτό είναι. Φοβάμαι να ορθώσω το ανάστημά μου και να σταθώ στα πόδια μου. Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή σα φυτό θερμοκηπίου.
Προσπαθείς να δείξεις στους άλλους ποιος πραγματικά είσαι. Προσπαθείς να δείξεις ότι δεν είσαι αυτό που θέλουν να πιστεύουν. Μερικές φορές θέλω να ουρλιάξω. Μερικές φορές νιώθω ότι ουρλιάζω αλλά κανείς δεν ακούει. Ότι όλοι εθελοτυφλούν πιστεύοντας αυτό που τους αρέσει. Μερικές φορές νιώθω ότι ασχολούμαι μ’ όλα τα προβλήματα του κόσμου εκτός απ’ τα δικά μου. Δε μπορείς όμως ν’ απαιτήσεις από τους άλλους να καταλάβουν κάτι που δε τους αφήνεις να δουν.
Περνάω την εφηβεία καθυστερημένα νομίζω.
Να ‘σαι πάλι. Καιρό είχα να σε σκεφτώ. Τι να κάνεις άραγε, πώς να περνάς; Μέσα μου θα ‘θελα πολύ να σε δω. Μέσα μου ξέρω πως πάντα χαρχαλεύεις στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Δε το παραδέχομαι όμως ποτέ.
Σε μυρίζω…είσαι άραγε κοντά; Με βλέπεις; Με αναγνωρίζεις;
Δεν αλαφρώνεις όμως. Τι είναι αυτό βαθιά μέσα μας που δε μας αφήνει να φτάσουμε στην ευτυχία, αν και ξέρουμε πώς; Γιατί, αφού βλέπουμε το δρόμο, φοβόμαστε να τον περπατήσουμε; Γιατί βουλιάζουμε ηθελημένα σ’ αυτό το βούρκο που μας πνίγει;
Δεν ξέρω τι με κρατάει πίσω. Μέσα μου το ξέρω, θέλω περισσότερο απ’ όλα μια καινούρια αρχή, μια σελίδα που θα γράψω εγώ, όχι μια σελίδα που άλλοι έγραψαν για μένα & που τρέχω να προλάβω από συνήθεια, & όχι από επιθυμία.
Φοβάμαι. Αυτό είναι. Φοβάμαι να ορθώσω το ανάστημά μου και να σταθώ στα πόδια μου. Έχω ζήσει όλη μου τη ζωή σα φυτό θερμοκηπίου.
Προσπαθείς να δείξεις στους άλλους ποιος πραγματικά είσαι. Προσπαθείς να δείξεις ότι δεν είσαι αυτό που θέλουν να πιστεύουν. Μερικές φορές θέλω να ουρλιάξω. Μερικές φορές νιώθω ότι ουρλιάζω αλλά κανείς δεν ακούει. Ότι όλοι εθελοτυφλούν πιστεύοντας αυτό που τους αρέσει. Μερικές φορές νιώθω ότι ασχολούμαι μ’ όλα τα προβλήματα του κόσμου εκτός απ’ τα δικά μου. Δε μπορείς όμως ν’ απαιτήσεις από τους άλλους να καταλάβουν κάτι που δε τους αφήνεις να δουν.
Περνάω την εφηβεία καθυστερημένα νομίζω.
Να ‘σαι πάλι. Καιρό είχα να σε σκεφτώ. Τι να κάνεις άραγε, πώς να περνάς; Μέσα μου θα ‘θελα πολύ να σε δω. Μέσα μου ξέρω πως πάντα χαρχαλεύεις στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Δε το παραδέχομαι όμως ποτέ.
Σε μυρίζω…είσαι άραγε κοντά; Με βλέπεις; Με αναγνωρίζεις;
Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2007
Lost
Χάνομαι. Σιγά σιγά χάνομαι απ’ όλους. Δε μου το λένε, όχι. Αλλά το βλέπω στα μάτια τους, τ’ ακούω στη φωνή τους. Δεν καταλαβαίνουν γιατί, ούτε και με ρωτάνε. Το συζητάνε μεταξύ τους, το βλέπω. Κοιτιούνται στα μάτια όταν τους μιλάω, προσπαθούν να δουν αν ισχύει το συμπέρασμα που έβγαλαν. Αλλά δε μου λένε τίποτα, μου λένε άσχετα.
Μπορεί να νομίζουν ότι αρχίζω να ξεφεύγω, να τα χάνω. Έχει νόημα να τους εξηγήσω; Αλλά, τι να τους εξηγήσω; Αφού ούτε και ‘γω ξέρω τι ψάχνω.
Διέξοδο…ναι αυτό είναι…ψάχνω μια διέξοδο. Από τι; Δεν ξέρω. Μια εκτόνωση. Να σπάσει το απόστημα, αυτό θέλω. Ν’ ανακουφιστώ. Να μη σκέφτομαι τόσο. Να μη χρειάζεται να σκέφτομαι τόσο. Να ηρεμήσω. Να προλαβαίνω το χρόνο.
Εσύ; Εσύ προλαβαίνεις το χρόνο; Σίγουρα τον προλαβαίνεις. Αφού τον προλάβαινες εδώ, θα τον προλαβαίνεις κι εκεί.
Γιατί δε μπορώ να ξεκολλήσω απ’ το παρελθόν; Επειδή ήταν και καλά καλύτερο; Δεν ήταν. Απλώς ήταν πιο ασφαλές. Τώρα είναι λίγο πιο ασταθή τα πράγματα. Ασταθή όμως επειδή γκρεμίζονται ή επειδή χτίζονται καινούρια; Δεν ξέρω. Μερικές φορές νιώθω ότι το άνοιγμα που κάνω παραείναι μεγάλο. Ότι το κάνω για ν’ αποδείξω αυτό που έτσι κι αλλιώς φοβάμαι, ότι δηλαδή δε μπορώ. Ότι είμαι για πιο ασφαλή και προσγειωμένα πράγματα. Αν μπορώ όμως;
Δε τους αρέσει, το βλέπω. Αυτή η τάση αποδέσμευσης και απομόνωσης δεν τους αρέσει. Θα με πολεμήσουν με νύχια και με δόντια. Για να με κρατήσουν προσγειωμένη. Μπορούν;
Με ζορίζουν. Γιατί με ζορίζουν τόσο; Τι φοβούνται; Αυτό που υπάρχει από κάτω;
Μπορεί να νομίζουν ότι αρχίζω να ξεφεύγω, να τα χάνω. Έχει νόημα να τους εξηγήσω; Αλλά, τι να τους εξηγήσω; Αφού ούτε και ‘γω ξέρω τι ψάχνω.
Διέξοδο…ναι αυτό είναι…ψάχνω μια διέξοδο. Από τι; Δεν ξέρω. Μια εκτόνωση. Να σπάσει το απόστημα, αυτό θέλω. Ν’ ανακουφιστώ. Να μη σκέφτομαι τόσο. Να μη χρειάζεται να σκέφτομαι τόσο. Να ηρεμήσω. Να προλαβαίνω το χρόνο.
Εσύ; Εσύ προλαβαίνεις το χρόνο; Σίγουρα τον προλαβαίνεις. Αφού τον προλάβαινες εδώ, θα τον προλαβαίνεις κι εκεί.
Γιατί δε μπορώ να ξεκολλήσω απ’ το παρελθόν; Επειδή ήταν και καλά καλύτερο; Δεν ήταν. Απλώς ήταν πιο ασφαλές. Τώρα είναι λίγο πιο ασταθή τα πράγματα. Ασταθή όμως επειδή γκρεμίζονται ή επειδή χτίζονται καινούρια; Δεν ξέρω. Μερικές φορές νιώθω ότι το άνοιγμα που κάνω παραείναι μεγάλο. Ότι το κάνω για ν’ αποδείξω αυτό που έτσι κι αλλιώς φοβάμαι, ότι δηλαδή δε μπορώ. Ότι είμαι για πιο ασφαλή και προσγειωμένα πράγματα. Αν μπορώ όμως;
Δε τους αρέσει, το βλέπω. Αυτή η τάση αποδέσμευσης και απομόνωσης δεν τους αρέσει. Θα με πολεμήσουν με νύχια και με δόντια. Για να με κρατήσουν προσγειωμένη. Μπορούν;
Με ζορίζουν. Γιατί με ζορίζουν τόσο; Τι φοβούνται; Αυτό που υπάρχει από κάτω;
Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2006
Ευχαριστούμε τα διαπασών και το Εκκρεμές του Φουκώ
Ωπ. Βιβλίο. Κάτι του θύμιζε το βιβλίο. Και το μαλλί επίσης.
- Σου ‘πα ότι δεν πρόκειται να καταφέρεις να το τελειώσεις, είπε πλησιάζοντάς την.
Σήκωσε το κεφάλι και τον είδε. Τα μάτια της έλαμψαν αλλά ήλπισε πως ο Χάρης δε θα το πρόσεχε.
- Θα το τελειώσω. Είναι θέμα εγωισμού. Με προκάλεσες.
Ο Χάρης χαμογέλασε. Ένιωσε…όμορφα.
- Λοιπόν; συνέχισε κεφάτα το πάντα, πέταξες κανένα διαπασών σε κάνα κεφάλι πρόσφατα;
Γέλασε. Το όμορφα γινόταν πιο όμορφα.
- Τέλος πάντων. Τα λέμε! του πέταξε και ξεκίνησε να φύγει. Στα μισά κοντοστάθηκε και γύρισε πίσω. Το βιβλίο μου!
Πήρε το βιβλίο απ’ το τραπέζι. Ο Χάρης την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια μ’ ένα χαρούμενο χαμόγελο. Το πάντα τον κοίταξε & χαμογέλασε κι αυτή σαν παιδί. Άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλά το πρόσωπό του. Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι αλλά δεν τα κατάφερε. Έφυγε και τον άφησε να κοιτά το κενό σα βλάκας.
- Σου ‘πα ότι δεν πρόκειται να καταφέρεις να το τελειώσεις, είπε πλησιάζοντάς την.
Σήκωσε το κεφάλι και τον είδε. Τα μάτια της έλαμψαν αλλά ήλπισε πως ο Χάρης δε θα το πρόσεχε.
- Θα το τελειώσω. Είναι θέμα εγωισμού. Με προκάλεσες.
Ο Χάρης χαμογέλασε. Ένιωσε…όμορφα.
- Λοιπόν; συνέχισε κεφάτα το πάντα, πέταξες κανένα διαπασών σε κάνα κεφάλι πρόσφατα;
Γέλασε. Το όμορφα γινόταν πιο όμορφα.
- Τέλος πάντων. Τα λέμε! του πέταξε και ξεκίνησε να φύγει. Στα μισά κοντοστάθηκε και γύρισε πίσω. Το βιβλίο μου!
Πήρε το βιβλίο απ’ το τραπέζι. Ο Χάρης την κοίταξε κατευθείαν στα μάτια μ’ ένα χαρούμενο χαμόγελο. Το πάντα τον κοίταξε & χαμογέλασε κι αυτή σαν παιδί. Άπλωσε το χέρι της κι άγγιξε με τ’ ακροδάχτυλά το πρόσωπό του. Άνοιξε το στόμα του να πει κάτι αλλά δεν τα κατάφερε. Έφυγε και τον άφησε να κοιτά το κενό σα βλάκας.
Κυριακή 15 Οκτωβρίου 2006
My heart goes boom
Ποιος μπορεί να καταλάβει ακριβώς αυτό που θες να πεις; Πώς γίνεται μέσα σε τόση ασυνεννοησία να υπάρχουν άνθρωποι που μ’ ένα βλέμμα συνεννοούνται; Πόσο κλεισμένοι στις παρωπίδες μας είμαστε, ώστε αρνούμαστε να καταλάβουμε κάθε ανθρώπινο πλάσμα έξω από μας;
Ο Χάρης δεν ήταν τέτοιο πλάσμα. Γενικώς, δεν έμοιαζε με κανένα πλάσμα. Είχε κάτι περίεργο, παρ’ όλο που ζούσε σ’ αυτόν τον κόσμο και φαινόταν συμβατός, ήταν ωστόσο το πιο αλλόκοτο πλάσμα του κόσμου.
Τι με τράβηξε στο Χάρη; Δεν ξέρω. Αρχικά μάλλον η φωνή του. Ήταν λίγο βαθιά, λίγο ονειροπαρμένη, λίγο βαριεστημένη, λίγο ρέουσα, μέχρι που ήθελε να διηγηθεί κάτι & τότε γινόταν ολοένα & πιο έντονη & παλλόταν διαρκώς.
Έμπαινε φορώντας πουλόβερ πάνω από πουκάμισο. Πάντα ζεσταινόταν και πάντα έβγαζε το πουλόβερ. Το πουκάμισο ήταν πάντα τσαλακωμένο, σαν απλώς να το ‘χε ρίξει πάνω του. Μετά σήκωνε τα μανίκια. Μ’ άρεσε αυτό. Ήταν σα να ετοιμαζόταν να κάνει κάτι ολόψυχα.
Το βλέμμα του ήταν επίσης αλλόκοτο. Κοιτούσε μ’ ένα ύφος που έλεγε ότι ξέρει εκ προοιμίου τι θα ‘λεγες κι αληθινά ξαφνιαζόταν κάθε φορά που δε γινόταν αυτό. Τότε γελούσε, κοιτούσε κάτω και κουνούσε προς το μέρος σου το δάχτυλο. Αυτό το σχόλιο που έπνιγε σε κάτι τέτοιες στιγμές άξιζε χρυσάφι.
Δεν ξέρω αν ο Χάρης ήταν τρελλός. Ποιος άλλωστε μπορεί να πει σήμερα ποιος είναι τρελλός και ποιος όχι; Πάντως ήταν ευθύς και ειλικρινής και χαμογελούσε αβίαστα. Και όμορφα. Και αυτό μ’ άρεσε.
Α, ναι, και το κοτσιδάκι. Είχε μονίμως δεμένα τα μαλλιά του σ’ ένα μικροσκοπικό κοτσιδάκι στη βάση του λαιμού του. Πάντα. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Λες και ήταν μια μικρή πολυτέλεια που παραχωρούσε στον εαυτό του.
Ο Χάρης δεν ήταν τέτοιο πλάσμα. Γενικώς, δεν έμοιαζε με κανένα πλάσμα. Είχε κάτι περίεργο, παρ’ όλο που ζούσε σ’ αυτόν τον κόσμο και φαινόταν συμβατός, ήταν ωστόσο το πιο αλλόκοτο πλάσμα του κόσμου.
Τι με τράβηξε στο Χάρη; Δεν ξέρω. Αρχικά μάλλον η φωνή του. Ήταν λίγο βαθιά, λίγο ονειροπαρμένη, λίγο βαριεστημένη, λίγο ρέουσα, μέχρι που ήθελε να διηγηθεί κάτι & τότε γινόταν ολοένα & πιο έντονη & παλλόταν διαρκώς.
Έμπαινε φορώντας πουλόβερ πάνω από πουκάμισο. Πάντα ζεσταινόταν και πάντα έβγαζε το πουλόβερ. Το πουκάμισο ήταν πάντα τσαλακωμένο, σαν απλώς να το ‘χε ρίξει πάνω του. Μετά σήκωνε τα μανίκια. Μ’ άρεσε αυτό. Ήταν σα να ετοιμαζόταν να κάνει κάτι ολόψυχα.
Το βλέμμα του ήταν επίσης αλλόκοτο. Κοιτούσε μ’ ένα ύφος που έλεγε ότι ξέρει εκ προοιμίου τι θα ‘λεγες κι αληθινά ξαφνιαζόταν κάθε φορά που δε γινόταν αυτό. Τότε γελούσε, κοιτούσε κάτω και κουνούσε προς το μέρος σου το δάχτυλο. Αυτό το σχόλιο που έπνιγε σε κάτι τέτοιες στιγμές άξιζε χρυσάφι.
Δεν ξέρω αν ο Χάρης ήταν τρελλός. Ποιος άλλωστε μπορεί να πει σήμερα ποιος είναι τρελλός και ποιος όχι; Πάντως ήταν ευθύς και ειλικρινής και χαμογελούσε αβίαστα. Και όμορφα. Και αυτό μ’ άρεσε.
Α, ναι, και το κοτσιδάκι. Είχε μονίμως δεμένα τα μαλλιά του σ’ ένα μικροσκοπικό κοτσιδάκι στη βάση του λαιμού του. Πάντα. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. Λες και ήταν μια μικρή πολυτέλεια που παραχωρούσε στον εαυτό του.
Ετικέτες
όταν τρωω το ψυγείο στο κεφάλι
Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2006
στα όπλα
Διερχώμεθα περίοδο κρίσης, στρατηγέ μου. Μάλιστα. Γενικώς, μετά τη Γαλλία έχω σαλτάρει λίγο. Τι θέλω απ’ αυτή τη ζωή; Τι θα γίνω όταν μεγαλώσω; Είναι λογικό να έχω περάσει τα είκοσι και να μην έχω ιδέα;
Νιώθω συχνά σα να στροβιλίζομαι συνέχεια στο ίδιο κουβάρι και να μη μπορώ να ξεμπλέξω. Αίσχος. Άλλες φορές νιώθω σα να μη με ξέρω καθόλου. Κι άλλες σα να είμαι ένα.
Νιώθω συχνά σα να στροβιλίζομαι συνέχεια στο ίδιο κουβάρι και να μη μπορώ να ξεμπλέξω. Αίσχος. Άλλες φορές νιώθω σα να μη με ξέρω καθόλου. Κι άλλες σα να είμαι ένα.
Κυριακή 10 Σεπτεμβρίου 2006
Χαλλλαρά
'Εχω δυο μήνες που γύρισα. Όλοι στο σπίτι μετρούσαν τις μέρες ανάποδα. Εγώ τις μετρούσα και τρόμαζα. Ακόμα τρομάζω. Δε μπορούσα όμως να μείνω, το ξέρω. Τίποτα δε θα ‘ταν το ίδιο, αφού οι άνθρωποι που ξέρω θα λείπουν.
Αν όμως έμαθα κάτι τόσο καιρό στο εξωτερικό, είναι ότι πρέπει τελικά να παίρνουμε τα πράγματα λίγο πιο χαλαρά, λίγο λιγότερο σοβαρά. Ίσως τελικά όποιος είναι εκεί πάνω να μη μας μισεί τόσο όσο νόμιζα. Ίσως τελικά να υπάρχει κάπου κάτι για τον καθένα. Όλα αυτά που έλεγα πάντα ότι εγώ δεν κάνω, τελικά απλώς δεν μου ‘χε δοθεί η ευκαιρία.
Αν όμως έμαθα κάτι τόσο καιρό στο εξωτερικό, είναι ότι πρέπει τελικά να παίρνουμε τα πράγματα λίγο πιο χαλαρά, λίγο λιγότερο σοβαρά. Ίσως τελικά όποιος είναι εκεί πάνω να μη μας μισεί τόσο όσο νόμιζα. Ίσως τελικά να υπάρχει κάπου κάτι για τον καθένα. Όλα αυτά που έλεγα πάντα ότι εγώ δεν κάνω, τελικά απλώς δεν μου ‘χε δοθεί η ευκαιρία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)